Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ιδανική και η πραγματική εικόνα του ανθρώπου

‘Αρθρο του Γιώργου Διζικιρίκι στο περιοδικό ΟΥΤΟΠΙΑ (τεύχος 34, Μάρτιος – Απρίλιος 1999), Θανάση Βακαλιού: Η ιδανική και η πραγματική εικόνα του ανθρώπου – Πραγματεία φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Ελληνικά Γράμματα, 1999

Χωρίς αμφιβολία ο καθηγητής Θανάσης Βακαλιός ανήκει σε μια ολιγάριθμη ομάδα ερευνητών της Φιλοσοφικής; Ανθρωπολογίας που ανανεώνει την προβληματική του ανθρώπου, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική οντολογική προσέγγιση.

Ο αιώνας μας – που φτάνει στο τέρμα του- αναδεικνύεται ι πραγματικά ριζοσπαστικός , με τις τόσες εμπειρίες του που έρχονται να προστεθούν στις εμπειρίες των προηγούμενων αιώνων. Είναι, εντούτοις, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, παρά τις ρηξικέλευθες και επαναστατικές θεωρίες φιλοσόφων και μελετητών (όπως ο συγγραφέας διαπιστώνει) , φανερώνεται μια πολύ χαρακτηριστική εξεικόνιση: « Δεν έχει κατορθωθεί ακόμα», γράφει ο Βακαλιός, «η δημιουργία μιας κοινωνίας του λογικού»,»ενός κόσμου του ανθρώπου ριζικά διαφορετικού από τον προηγούμενο (ή από τους προηγούμενους) ως προς την ανθρώπινη ποιότητά του. Και ο μελετητής αναρωτιέται : τί έφταιξε και τι φταίει για την αποτυχία τόσων και τόσων, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρών, προσπαθειών για τη δημιουργία ενός ανθρώπινου κόσμου, στον οποίο ο καθένας μπορεί να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή, χωρίς καταστροφικούς ανταγωνισμούς. Με απλά λόγια «έναν κόσμο της ανθρωπιάς για όλους και από όλους».

Στη διαπίστωση αυτή εκφράζεται νομίζω παραστατικά αυτό που ο μελετητής ονομάζει «ανθρώπινο πρόβλημα», μέρος του οποίου είναι το φαινόμενο της αλλοτρίωσης. Αντικείμενο, λοιπόν, της μελέτης του είναι το ανθρώπινο πρόβλημα όπως αυτό εμφανίζεται μέσα από τη συνολική εξέλιξη του ανθρώπου ως κοινωνικού και πολιτισμικού όντος, με έμφαση στην εποχή που δρομολογήθηκε με τη βιομηχανική επανάσταση, προέκταση της οποίας είναι η σημερινή εποχή.

Στη μελέτη αυτού του σύνθετου θέματος, που εκφράζεται με τον όρο «ανθρώπινο πρόβλημα», ο Βακαλιός αποφεύγει την άγονη μέθοδο που περιορίζεται στην ερμηνεία και το σχολιασμό διαφόρων απόψεων που έχουν διατυπωθεί από φιλοσόφους για τον άνθρωπο. Αναφέρεται σ αυτές τις απόψεις τόσο όσο εκτιμά ότι είναι απαραίτητο για να δικαιολογήσει την οντολογική προσέγγιση του θέματός του.

Έτσι, αφού διαχωρίσει τη θέση του από τις διάφορες ιδεαλιστικές ερμηνείες της έννοιας της οντολογίας και από τις αντίστοιχες εφαρμογές της στη μελέτη του ανθρώπου, διατυπώνει τη δική του άποψη την οποία και εφαρμόζει με συνέπεια σε όλο το βιβλίο του. «Δεσπόζουσα οπτική του βιβλίου είναι», λέει ο συγγραφέας, «η οντολογική κοινωνική οπτική. Αυτό σημαίνει ότι αντιμετωπίζω τον άνθρωπο , ως κοινωνικό ον, μαζί με τις ανθρωπολογικές καταβολές και προεκτάσεις του. Κοινωνική και ανθρωπολογική ουσία του ανθρώπου σ αυτή την αντίληψη είναι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος του ανθρώπου εκλαμβανόμενου ως οντολογική ειδολογική οντότητα. Αυτό συνιστά τομή σε σχέση με την κυρίαρχη οπτική και επιτρέπει τη δημιουργική υπέρβαση της αδυναμίας της φιλοσοφίας να συλλάβει το πρόβλημα άνθρωπος και το ανθρώπινο πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις» (σελ. 38). Για να προσθέσει αμέσως ότι χρησιμοποιεί την έννοια της οντολογίας όχι ως ένα αύταρκες εργαλείο στη μελέτη του ανθρώπου, αλλά σε συνδυασμό με τις έννοιες της ολότητες, της ιστορικότητας και της διαλεκτικής, έτσι που όλες μαζί αυτές οι έννοιες και η αντίληψη την οποία καλύπτον αποτελούν τον πυρήνα της μεθοδολογίας με την οποία αντιμετωπίζει το αντικείμενό του (σσ.36 – 37).

Αυτή η προσέγγιση του επιτρέπει να διαφοροποιηθεί όχι μόνον από τις ιδεαλιστικές απόψεις , οι οποίες; Στον ορισμό του ανθρώπου τονίζουν μονομερώς τη νόηση, την πνευματικότητά του, αντιδιαστέλλοντάς την συνήθως; Με τη σωματικότητα ή και με τους υλικούς κοινωνικούς του προσδιορισμούς, αλλά και από την ανθρωπολογική οπτική που ορίζει την ουσία του ανθρώπου με καθαρά φυσικούς όρους, ενδιαφέρεται μόνον για τη «φυσική» φύση του ανθρώπου, καθώς και από την στενόκαρδη κοινωνιολογική οπτική, που στον ορισμό του ανθρώπου (στην αντίληψή της για τον άνθρωπο) αδιαφορεί για τους φυσικούς του προσδιορισμού ή τους αγνοεί παντελώς.

Στην αντίληψη του Βακαλιού ο άνθρωπος ως ειδολογική ύπαρξη προσδιορίζεται συγχρόνως από τη «φυσική» του φύση και από την κοινωνική του φύση με κυρίαρχη και καθοριστική τη «δεύτερη», δηλαδή τους κοινωνικούς του προσδιορισμούς – αντιλαμβανόμενος την κοινωνία ως ιστορική κατηγορία. Σ αυτό, κατά τη γνώμη του, έγκειται η μελέτη του ανθρώπου από τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του (σσ.243 -244).

Δεν πρόκειται για μία άποψη η οποία προκύπτει από την κριτική διαφορετικών με τη δική του απόψεων, για μια άποψη που κινείται στο πλαίσιο της φιλοσοφικής εννοιολόγησης. Αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, δεν θα άξιζε την ιδιαίτερη προσοχή μας. Τέτοιες μελέτες; Αφθονούν στο χώρο της φιλοσοφίας.

Η άποψή του για την ουσία και τη φύση του ανθρώπου προκύπτει από τη μελέτη των ερευνητικών και των εμπειρικών κατασταλαγμάτων της ιστορίας του ανθρώπου, καθώς και από τη μελέτη των πρώτων αξιόπιστων αποτελεσμάτων της σύγχρονης βιολογίας (της γενετικής και της επιστήμης του νευρικού συστήματος), η οποία σε πειραματική βάση μιλά τώρα πλέον για την οργανική σχέση εγκεφάλου και νόησης.. μάλιστα, διερευνά σε πειραματική βάση τον προσδιορισμό των διαδικασιών στον εγκέφαλο που σχετίζονται με την ανθρώπινη συνείδηση.

Ο Βακαλιός τονίζοντας τη σημασία που έχουν αυτές οι έρευνες γι τη φιλοσοφία διαχωρίζει τη θέση του από την τάση του βιολογισμού στη μελέτη του ανθρώπου, στον ορισμό του ανθρώπου και της ουσίας του ανθρώπου. Αυτό νομίζω ότι είναι προφανές από τα όσα έχω πει παραπάνω. Ωστόσο, περισσότερο σαφής είναι στο κεφάλαιο στο οποίο ασχολείται με τις βασικές ιδιότητες του ανθρώπου, που είναι: η εργασία (δημιουργικότητα),η νοημοσύνη (διανοητικότητα – συνείδηση), η κοινωνικότητα, η καθολικότητα και η ελευθερία, στις οποίες στην πορεία εξέλιξης του ανθρώπου, «προστέθηκε» και η ηθικότητα.

Η οντολογική οπτική (όπως αυτή προσδιορίστηκε παραπάνω) που εφάρμοσε ο Βακαλιός στη μελέτη του ανθρώπου και του ανθρώπινου προβλήματος του επέτρεψε να δει βαθύτερα τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις βασικές ιδιότητες του ανθρώπου (ο Μαρξ τις ονομάζει «ουσιώδεις δυνάμεις») και στη διαλεκτική της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου. Από τη γενική θεώρηση αυτής της εξέλιξης που επιχειρεί προκύπτει ότι :

1) Αυτές οι ιδιότητες οι οποίες υπάρχουν δυνάμει μέσα στον άνθρωπο , μεταρέπονται σε ιδιότητες ενεργεία μέσα στην κοιννωία,η οποία γίνεται αντιληπτή ως ιστορική κατηγορία

2) Η ιστορία πραγμάτωσης αυτών των ιδιοτήτων είναι η ιστορία του ανθρώπινου είδους, είναι η ιστορία της ανθρωπότητας.

3) Ο άνθρωπος εισερχόμενος στη φάση του πολιτισμού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη δρομολόγηση μιας ατέρμονης διαδικασίας ανάπτυξης των βασικών του ιδιοτήτων, των ουσιωδών του δυνάμεων.

4) Η ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων του ανθρώπου στο κύλισμα της ιστορίας συνιστά την ανάπτυξη της ουσίας του ανθρώπου με κυριότερο «όχημα» τη δημιουργικότητα. Ο άνθρωπος ως homo faber και ως homo sapiens εξελίχθηκε σε πολιτισμικό ον χάρη στη δημιουργική του ικανότητα. Αυτή ήταν η βάση για την ανάπτυξη των άλλων ιδιοτήτων. Ωστόσο, το περιεχόμενο, η δυναμική και η κοινωνική λειτουργικότητα των ιδιοτήτων του εξαρτήθηκε α) από την ερμηνεία που έδινε (και δίνει) η εκάστοτε κοινωνία στις ιδιότητες αυτές, β)από τις προϋπόθεσης που η κοινωνία δημιουργεί για την απρόσκοπτη ανάπτυξή τους, με κυρίαρχο γνώμονα την ωφελιμότητά τους ή την αντίληψή της για την ωφελιμότητά τους (για τα άτομα που ασκούν την εξουσία ή και για ολόκληρη την κοινωνία) και γ) από την αντοχή που μπορεί να προβάλλει το κατεστημένο σύστημα εξουσίας ή και η οργανωμένη κοινωνία γενικότερα, αλλά και τα άτομα που την απαρτίζουν, στη δυναμική της ανάπτυξής τους η οποία τυείνει να υπερβεί ή και να σπάσει τους κοινωνικούς φραγμούς που εμποδίζουν την απρόσκοπτη ανάπτυξη αυτής της δυναμικής. Οι ανακαλύψεις του Ήρωνα (και πολλών άλλων) στην Αλεξάνδρεια δεν λειτούργησαν κοινωνικά, γιατί δεν υπήρχε κοινωνική ζήτηση. Τα παραδείγματα είναι άπειρα σχετικά με τους περιορισμούς στην ανάγκη για ελευθερία που έβαζαν στα δημιουργικά άτομα τα εκάστοτε εξουσιαστικά κατεστημένα, αλλά και τα κοινωνικά σύνολα.

5) Δεχόμενοι ότι οι βασικές ιδιότητες πραγματοποιούμενες συνιστούν την ουσία του ανθρώπου, μπορούμε να δεχτούμε την άποψη ότι η μελέτη της συνολικής εμπειρίας του ανθρώπινου πολιτισμού βεβαιώνει ότι δεν υπήρξε ως τώρα και δεν υπάρχει και τώρα αντιστοιχία ανάμεσα στα διάφορα στάδια ανάπτυξης του πολιτισμού και στις δυνατότητες των ατόμων (όλων των ατόμων) να αναπτύξουν τις ανθρώπινες ιδιότητές τους. Επομένως, να αναπτύξουν την ανθρώπινη ουσία τους.

6) Ότι η πλήρης ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων από όλα τα μέλη της κοινωνίας δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε μια κατάσταση κοινωνικής ναι ανθρωπολογικής αυτοπραγμάτωσης, που να εγγυάται την υπέρβαση του ανθρώπινου προβλήματος εφόσον η ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων δεν συνδυάζεται με την ανάπτυξη ων κοινωνικών δομών και τη δημιουργία μιας κοινωνικής κουλτούρας, εσωτερικευμένης από όλα τα άτομα, που επιτρέπει το συνδυασμό της αρχής της ορθολογικότητας με την αρχή του ανθρωπισμού σε όλες τις μορφές έκφρασης και λειτουργίας της κοινωνίας, καθώς και στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων ως ειδολογικών υπάρξεων.

Αυτό όμως είναι αδιανόητο χωρίς την ανάπτυξη της ηθικής συνείδησης, η οποία καθιστά τα άτομα ικανά να δημιουργήσουν αυτή την κοινωνία και να της δώσουν σάρκα και οστά μέσα από την κοινωνική τους συμπεριφορά, μέσα από τον κοινωνικό ή και τον ατομικό τρόπο ζωής τους. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνον σε μια κοινωνία που ο ανθρωπισμός αποτελεί φυσιολογική (άρα αυτονόητη) μορφή αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου ως κοινωνικού ατόμου και ως ειδολογικής ύπαρξης συγχρόνως. Αλλιώς, η ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων, με κυρίαρχη την ιδιότητα της δημιουργικότητας, χωρίς την ύπαρξη του καθολικού ανθρωπιστικού πλαισίου αναφοράς, το οποίο να λειτουργεί ως μια εσωτερική δύναμη του καθενός, μπορεί να απειλήσει τη συνοχή της κοινωνίας σε σημείο που να μπορέσει να απειλήσει την ίδια την ύπαρξή της ,άρα την ίδια την ύπαρξη του είδους.

Στην «ακραία» αυτή διαπίστωση – υπόθεση μπορούμε να οδηγηθούμε παρακολουθώντας την εξέλιξη του καπιταλισμού, με έμφαση στη σημερινή μορφή λειτουργίας και κοινωνικής έκφρασής του.

Απ αυτή την ανάλυση, με αναφορά πάντα στην πραγματικότητα, προκύπτει αβίαστα το βαρυσήμαντο συμπέρασμα από κάθε άποψη, θεωρητική και πρακτική, ότι «στην εποχή μας το αίτημα συνδυασμού του ορθολογισμού με την αρχή του ανθρωπισμού έχει πάψει να είναι απλώς μια υπόδειξη ή προτροπή της φιλοσοφίας. Είναι πλέον ένα καθολικό αίτημα, το οποίο προκύπτει από την εκτίμηση ότι, αν η ανθρωπότητα δεν προχωρήσει με στόχο στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού ικανού να κάνει πράξη αυτό το αίτημα, τότε η χωρίς όρια δημιουργικότητα που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και ενισχύει τη λογική του, μπορεί να την οδηγήσεις την αυτοκαταστροφή» (σελ.457).

Το βιβλίο του Θανάση Βακαλιού είναι ένα οιστρήλατο έργο με πολλαπλές αναφορές και νύξεις, που μας υποχρεώνει να σκεφτούμε πάνω στις διαπιστώσεις, στο πολυδιάστατο πλέγμα των σκέψεών του, που εδώ στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου, δεν είναι δυνατό να το αξιολογήσουμε με επάρκεια.

Τελειώνω αναφερόμενος στην παρατήρησή του για το κυρίαρχο φαινόμενο της αυταρέσκειας της; φιλοσοφίας στη μεδλέτη του ανθρώπου. Ο συγγραφές του βιβλίου εφιστά την προσοχή όσων ασχολούνται με τη μελέτη του ανθρώπου στο γεγονός πως, 1) ό,τι έχει πει η φιλοσοφία για τον άνθρωπο, ειδικότερα το φιλοσοφικό ρεύμα από το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, που αποτελεί και σήμερα το κυρίαρχο ρεύμα στη φιλοσοφία του ανθρώπου (με άμεση επίπτωση και στην παιδαγωγική αντίληψη για τον άνθρωπο), έχει υποστεί την κριτική της εξέλιξης του πολιτισμού και της επιστήμης, 2) ότι οι μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις που αναφέρονται στον άνθρωπο, ιδιαίτερα οι ανακαλύψεις της σύγχρονης βιολογίας ( (της γενετικής και της επιστήμης του νευρικού συστήματος) , αμφισβητούν την αυτονόμηση του πνεύματος ως μιας αυτοκαθοριζόμενης οντότητας, γενικά αμφισβητούν το διαχωρισμό σώματος (εγκέφαλου) και πνεύματος, σώματος και ψυχής. Θεωρούν αυτή την ιδεαλιστική αντίληψη ερευνητικά αντιπαραγωγική ενώ συγχρόνως τονίζουν (και αποδεικνύουν ερευνητικά) την παραγωγικότητα της υλιστικής αντίληψης στη μελέτη του ανθρώπου, εμπλουτίζοντάς την συγχρόνως με νέα στοιχεία, 3) ο μελετητής εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η φιλοσοφία (εκτός από περιπτώσεις φιλοσόφων) δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί από μόνη της να απαντήσει στα ερωτήματα που η ίδια θέτει για τον άνθρωπο, 4) ότι από τις επιστήμες του ανθρώπου αμφισβητείται η κυρίαρχη τάση να εμφανίζεται η φιλοσοφία ως η μόνη , τάχα, που μπορεί να μιλήσει με έναν αυθεντικό τρόπο για τον άνθρωπο, τη φύση και την ουσία του, και 5) ότι η διεπιστημονική έρευνα με την ουσιαστική συμβολή της φιλοσοφίας είναι ο πλέον ενδεδειγμένος μελέτης του ανθρώπου και του ανθρώπινου προβλήματος.

Αυτές οι καταλήξεις του μελετητή είναι πιστεύω άξιες μεγάλης προσοχής.

Η εγκατάλειψη του μαρξισμού και οι συνέπειες για την Αριστερά


Η αποτυχία της ιστορικής προσπάθειας των κομμουνιστών, που είχε καταγραφεί στη συνείδηση των περισσότερων και ως αποτυχία της θεωρίας για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό τους άφησε ιδεολογικά ακάλυπτους. Ο κομμουνισμός πρακτικά και θεωρητικά εμφανιζόταν ως ένας ιστορικά ανέφικτος στόχος. Στην καλύτερη περίπτωση εμφανιζόταν ως ένα αφηρημένο ρομαντικό όραμα, ως μία αφηρημένη ρομαντική ουτοπία η οποία δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικός ιστορικός σκοπός ενός σοβαρού πολιτικού οργανισμού. ενός πολιτικού κόμματος, ενός πολιτικού και κοινωνικού κινήματος. Αυτό αφορούσε πολύ περισσότερο τους κομμουνιστές των σοσιαλιστικών χωρών.

Έτσι, χωρίς την προοπτική του κομμουνισμού δεν υπήρχε γι αυτούς λόγος ύπαρξης του κομμουνιστικού κόμματος. Σε τελική ανάλυση αυτό εξηγεί και το λόγο που τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού αυτοδιαλύθηκαν και μετεξελίχθηκαν σε κόμματα σοσιαλδημοκρατικά. Το έπραξαν αυτό και εκείνοι που συνέχιζαν να πιστεύουν στην ιδέα του σοσιαλισμού, όμως χωρίς την αναφορά στον κομμουνισμό ή και χωρίς την ανάγκη θεωρητικής στήριξης αυτής της επιλογής τους με αναφορά στο μαρξισμό.

Το έκαναν αυτό μέσα σε ένα πολιτικό και ηθικό κλίμα το οποίο είχε ως ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του την αίσθηση ή ακόμα και την πεποίθηση ότι η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού, η αποτυχία της κομμουνιστικής Αριστεράς αποτελούσε την επιβεβαίωση της σοσιαλδημοκρατίας ως μιας από τις δυο κύριες πολιτικές εκφράσεις της Αριστεράς. Τη στιγμή εκείνη, αμέσως μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού οι κομμουνιστές που υιοθέτησαν τις θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ότι αυτή η ενέργεια ήταν ανυπόστατη..

Βέβαια,οι έχοντες κριτική θεώρηση πάνω στις ιστορικές εξελίξεις και πάνω στη συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι η σοσιαλδημοκρατία επιβεβαιώθηκε όχι ως μία αριστερή πολιτική δύναμη με ριζοσπαστικούς κοινωνικοϊστορικούς στόχους, δηλαδή ως μία δύναμη σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Η σοσιαλδημοκρατία επιβεβαιώθηκε ως μία πολιτική δύναμη η οποία περιορίζει την -περισσότερο ή λιγότερο- αριστερή της παρουσία και δράση μέσα στα πλαίσια τα οποία βάζει κάθε φορά ο καπιταλισμός -γνώρισμα του οποίου είναι ότι διαρκώς αναδιαρθρώνει το σύστημά του, εκσυγχρονίζει τους μηχανισμούς και τα μέσα του, όμως ποτέ δεν παραιτείται από την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία και πάνω στον κόσμο. Αντίθετα, το κάνει αυτό για να διατηρήσει την κυριαρχία του. Το κάνει στο βαθμό που είναι εξασφαλισμένη και για το μέλλον η διατήρηση της εξουσίας του κεφαλαίου. Η σοσιαλδημοκρατία επιβεβαιώθηκε ιστορικά μόνον με αυτή την έννοια -ως ένας πολιτικός οργανισμός ο οποίος διαχειρίζεται τα ζητήματα του καπιταλισμού, της καπιταλιστικής κοινωνίας την οποία επιχειρεί ή και επιθυμεί να βελτιώσει, χωρίς να θίγει την ουσία του καπιταλισμού, που είναι η κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ριζική απομάκρυνσή της από την παλιά, την μπερνσταινική σοσιαλδημοκρατία, που με το δικό της τρόπο ήταν μαρξιστική. Αυτό έγινε σαφές για τον καθένα ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την μονοκρατορία του καπιταλισμού που ακολούθησε.

Αποδείχτηκε ότι η Αριστερά οριζόμενη με ιστορικούς όρους οφείλει να υποσχεθεί την υπέρβαση του καπιταλισμού -πράγμα που έχει πάψει να το κάνει η σοσιαλδημοκρατία. Έτσι, όσοι αριστεροί δεν έχουν χάσει το κριτικό τους πνεύμα μπορούν να δουν ότι η επιμονή από τη σοσιαλδημοκρατία στη χρήση του όρου σοσιαλισμός, χωρίς αυτή τη συνθήκη, δημιουργεί τη γενικευμένη ιδεολογική ασάφεια που υπάρχει στο χώρο της. Αυτή η ασάφεια, που οφείλεται και στην ασάφεια του όρου «σοσιαλισμός», δημιουργεί προβλήματα και σε πολιτικούς οργανισμούς με δηλωμένη αριστερή πολιτική ταυτότητα.

Ίσως, εξαιτίας και της ασάφειας του όρου «σοσιαλισμός» ο Συνασπισμός – που εδώ μας ενδιαφέρει ειδικότερα- απέφευγε ως πρόσφατα στα κείμενά του να πει με σαφήνεια ότι σκοπός του είναι η κατάργηση του καπιταλισμού και η δημιουργία της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ενώ είναι βέβαιο ότι στο ερώτημα τι είδους σοσιαλιστική κοινωνία προσδοκά και υπόσχεται, δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Έτσι που η φραστική στρατηγική δέσμευση του ιδρυτικού συνεδρίου του για την «επαναθεμελίωση της σοσιαλιστικής προοπτικής» λειτούργησε μόνον στο επίπεδο του επιθυμητού, κυρίως για την περίοδο πριν από τα συνέδριά του και στα συνέδριά του, για να ξεχαστεί μετά η αναφορά σε αυτή την δέσμευση από την ηγεσία του κόμματος.

Είναι λοιπόν απαραίτητη η αποσαφήνιση του όρου σοσιαλισμός. Τι εννοεί ο Συνασπισμός με τον όρο σοσιαλισμός; Είναι βέβαιο ότι δεν εννοεί τον υπαρκτό σοσιαλισμό ή έστω μια συγκεκριμένη μορφή του, π.χ. τον ουγγρικό σοσιαλισμό, τον λεγόμενο «κανταρικό σοσιαλισμό» ή μια βελτιωμένη παραλλαγή του ή ακόμα το σοσιαλισμό που επιχείρησε να αναπτύξει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας με ηγέτη τον Αλέξάντερ Ντούπτσεκ, το σοσιαλισμό της «Άνοιξης της Πράγας» - το «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», το δημοκρατικό σοσιαλισμό σε μαρξιστική βάση. Όλες αυτές τις παραλλαγές του σοσιαλισμού φαίνεται να τις έχει απορρίψει. Λεω «φαίνεται» γιατί απ ότι γνωρίζω δεν έχει γίνει ως τώρα στο Συνασπισμό κάποια σοβαρή συζήτηση (βασισμένη σε ειδικές μελέτες) που είχε σκοπό να ξεκαθαρίσει αυτό το θέμα. Μάλιστα, φαίνεται να έχει απορρίψει και το σοσιαλισμό που είχαν προτείνει με το κοινό πρόγραμμά τους το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα με το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Φρανσουά Μητεράν.( Εξάλλου, και το σοσιαλισμό που πρότεινε (παρά τις ασάφιές του) το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και αυτόν φαίνεται να τον έχει απορρίψει. Ποιον σοσιαλισμό πρεσβεύει ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου; Και ποιον προτείνει ως όραμα και ως μοντέλο;

Είναι λοιπόν ανάγκη στη συζήτηση η οποία διεξάγεται να ξεκαθαριστεί η θέση του Συνασπισμού πάνω σ αυτό το κρίσιμο θέμα. Να πει ο Συνασπισμός τι εννοεί όταν μιλά για σοσιαλισμό. Κι αν ακόμα δεν μπορεί να αποσαφηνίσει το περιεχόμενο του όρου σοσιαλισμός τον οποίο πρεσβεύει και τον οποίο προτείνει, - εφόσον προτείνει, αφού δεν είναι αβέβαιο αν αυτό το θεωρεί αναγκαίο- θα πρέπει να διατυπώσει με σαφήνεια τις γενικές αρχές και τις γενικές κατευθύνσεις πάνω στις οποίες προτίθεται να εργαστεί για να δώσει προοπτικά την πρότασή του για το σοσιαλισμό. Αυτή είναι μία αναγκαία πράξη στην οποία πρέπει να προχωρήσει για να ελπίζει ότι θα μπορέσει να παίξει κάποιον σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, αλλά και στον ευρύτερο χώρο, ή ακόμα, θα έλεγα, για να μπορέσει να υπάρξει ως αριστερή πολιτική δύναμη στο μέλλον. Δηλαδή ως μία πολιτική δύναμη η οποία με το λόγο και με το έργο της αμφισβητεί στην ουσία του τον καπιταλισμό ως κοινωνική μορφή λειτουργίας του σύγχρονου ανθρώπου. Και τον αμφισβητεί θετικά προτείνοντας ένα άλλο λογικά έστω λειτουργικό μοντέλο σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Η αποσαφήνιση της θέσης του για το σοσιαλισμό δεν είναι κάτι που ενδιαφέρει την Αριστερά μόνο προοπτικά, δηλαδή για την ιστορική στιγμή ή περίοδο που η ιστορική συγκυρία θα είναι ευνοϊκή για τη δρομολόγηση μιας διαδικασίας που στοχεύει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Επηρεάζει άμεσα, εδώ και τώρα, την άποψή του για την Αριστερά, για το πως αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως αριστερό κόμμα, επομένως και τη στάση του απέναντι στα άλλα αριστερά κόμματα και συσπειρώσεις.

Στο Συνασπισμό μέχρι πρόσφατα ήταν διάχυτη η άποψη ότι αριστερό μπορεί να θεωρείται κάθε κόμμα, κάθε πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική κίνηση που υποστηρίζει και αγωνίζεται για κάποιες ιδέες (και αξίες) οι οποίες σε μια προσπάθεια συνεπούς μέχρι το τέλος κοινωνικής εφαρμογής τους μπορούν να οδηγήσουν στην πρακτική αμφισβήτηση ορισμένων ουσιαστικών πλευρών του καπιταλισμού. Τέτοιες ιδέες είναι η ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας εκπαιδευτικών και κοινωνικών ευκαιριών, η ιδέα του ανθρωπισμού, της φιλίας και συνεργασίας των λαών η ιδέα της ειρήνης -και τώρα η ιδέα της πολυπολιτισμικότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και βέβαια η ιδέα του κοινωνικού κράτους, δηλαδή ιδέες οι οποίες υπάρχουν στα προγράμματα όλων των εκφράσεων της κοινοβουλευτικής Αριστεράς σε όλον τον κόσμο -μαζί και της σοσιαλδημοκρατίας.

Πρόκειται για την άποψη η οποία αγνοεί το γεγονός ότι, με δεδομένο τον καπιταλισμό, το καπιταλιστικό πλαίσιο, είναι αδύνατη η συνεπής μέχρι το τέλος εφαρμογή αυτών των αρχών και ιδεών ακόμα και στις πιο προωθημένες αστικές δημοκρατίες. Ενώ συχνά η αναίρεσή τους είναι στην ημερήσια διάταξη, όταν αυτό το επιβάλλει η εξασφάλιση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Αυτό στη νεοφώτιστη λεγόμενη «φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία» αποτελεί πλέον τον άξονα αναφοράς της πολιτικής της. Έτσι, που η χρήση του όρου Αριστερά, αριστερό κόμμα από τη λεγόμενη «φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία» να χάνει το νόημά της, ακόμα και αν την κρίνουμε με τα κριτήρια της Αριστεράς του συστήματος.

Είναι και αυτό μια ιδιαιτερότητα του σύγχρονου καπιταλισμού , που σε μια διαδρομή πολλών δεκαετιών (κυρίως από τη δεκαετία του 1950) κατάφερε να ενσωματώσει στο σύστημα τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία και λειτουργεί ή προσπαθεί να λειτουργήσει, ή θέλει να λειτουργήσει ως η Αριστερά του συστήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να βάλλει το δικό της στίγμα στο καπιταλιστικό σύστημα, δηλαδή να εισάγει στο σύστημα σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι ικανά να λειτουργήσουν ως στοιχεία ή και παράγοντες αμφισβήτησης του καπιταλισμού, πράγμα που θα την δικαίωνε ως αριστερή δύναμη της κοινωνίας. Επιχειρώντας λοιπόν μια γενική κριτική θεώρηση αυτού του εγχειρήματος της σοσιαλδημοκρατίας αβίαστα μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι συνέβηκε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που αρχικά επιδίωκε η σοσιαλδημοκρατία : τον βαθμιαίο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αντί να αλώσει το σύστημα αλώθηκε από αυτό. Με «παράπλευρο» αποτέλεσμα το εγκλωβισμό σε αυτή πολλών ατόμων με αριστερές ιδέες και με την πρόθεση και την ελπίδα ότι σε μια άλλη ευνοϊκή ιστορική στιγμή θα μπορέσουν να τις κάνουν πράξη. Τα άτομα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια εφεδρεία για τη ριζοσπαστική μαρξιστική αριστερά. Αλλά αυτό είναι μια υπόθεση που χρίζει ειδικής έρευνας. Πολύ περισσότερο που πρόκειται για μια υπόθεση με πολλούς αστάθμητους παράγοντες. Ένα μέρος .από αυτές αφορούν τις αλλοιώσεις οι οποίες έχουν γίνει στις συνειδήσεις...

Ένας άλλος λόγος που επιβάλλει την αποσαφήνιση της χρήσης του όρου Αριστερά είναι ότι διατηρείται ακόμα το ιδεολογικό καθεστώς το οποίο μονοπωλεί τον όρο Αριστερά υπέρ μιας σταλινικής και νεοσταλινικής ερμηνείας του. Πρόκειται για τον τρόπο που σε μας το ΚΚΕ αντιλαμβάνεται την Αριστερά. Ανάλογη είναι και η στάση του απέναντι στις διάφορες παραλλαγές της Αριστεράς. Πρόκειται για κυρίαρχη τάση στο ΚΚΕ η οποία μονοπωλεί το δικαίωμα του φυσιολογικού συνεχιστή της επαναστατικής Αριστεράς, τονίζοντας την εμμονή της στην λενινιστική ορθοδοξία για το κόμμα, ενώ παράλληλα υψώνει ένα συνειδησιακό τείχος σε κάθε προσπάθεια επανακαθορισμού του περιεχομένου του όρου Αριστερά και του ρόλου της Αριστεράς στις σύγχρονες συνθήκες με βάση τη νέα δυναμική της σύγχρονης πραγματικότητας.

Εξακολουθεί να υπάρχει, όμως σε πλήρη υποχώρηση, η γραμσιανή αντίληψη για την αριστερά. Αυτή η αντίληψη είχε υιοθετηθεί από το ΚΚΕ Εσωτερικού. Εκφραστής της στη χώρα μας αυτή τη στιγμή είναι το ΚΚΕ Εσωτερικού Ανανεωτική Αριστερά , που κάνει αισθητή την παρουσία της κυρίως με την εφημερίδα «Η Εποχή».Υπάρχουν βέβαια και άλλες μικρότερες αριστερές ομάδες οι οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως αυθεντικές επαναστατικές δυνάμεις της Αριστεράς. Ή ως δυνάμεις με αριστερό αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Υποστηρίζωότι θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική και αναλυτική εκτίμηση των αντιλήψεων όλου αυτού του φάσματος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με τις πολλαπλές εκφράσεις του, τις θεωρητικές αναζητήσεις τους. Και υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι στο χώρο αυτό με θεωρητικές ανησυχίες και αναζητήσεις. Αλλά και με θεωρητικό έργο.

Επιγραμματικά, οριζόμενη με κοινωνικο-ιστορικούς όρους, η Αριστερά συμπεριλαμβάνει όλες τις πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις με σαφή αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Τις δυνάμεις (ή και τα άτομα) που συνειδητά και με συνέπεια αναπτύσσουν πολιτικό και πολιτιστικό έργο από τη θέση της αναγκαίας ιστορικής υπέρβασης του καπιταλισμού, με στόχο το σοσιαλισμό. Συμπεριλαμβανομένων και των δυνάμεων στις οποίες αναφέρεται ο όρος «Αριστερά των κοινωνικών κινημάτων», τα οποία συντάσσονται με αυτή την ιστορική δέσμευση.

Με μια ευρύτερη κοινωνιολογική έννοια στην Αριστερά ανήκουν όσοι με το λόγο και με το πολιτικό και πολιτιστικό τους έργο στοχεύουν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία στην Αριστερά μπορούν να συμπεριληφθούν και σοσιαλιστικά ή και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και κινήσεις που δηλώνουν ότι στοχεύουν στο σοσιαλισμό και εργάζονται για το σοσιαλισμό. Αυτός είναι ο λόγος που στον ορισμό της Αριστεράς δίνουμε έμφαση στο έργο το οποίο αναπτύσσει μια πολιτική δύναμη, ένα κίνημα, ένα κόμμα.


Μέρος από το βιλβίο μου Η Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αυγή 10/7/2007. Δημοσιεύτηκε στη σελίδα "λόγος εν προόδω". Σελίδες από βιβλία που τώρα γράφονται.


Εκτιμώ ότι στους κύκλους των ανθρώπων που ασχολούνται με την τέχνη (δημιουργούς και θεωρητικούς της τέχνης) είναι διάχυτη η άποψη ότι η τέχνη λειτουργεί ουσιαστικά κοινωνικά εφόσον λειτουργεί ανεξάρτητα από την πολιτική ή και ενάντια στην πολιτική. Η θέση αυτή δεν αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, τη λειτουργική σχέση τέχνης και πολιτικής. Βέβαια, μια τέτοια σχέση είναι λειτουργική εφόσον είναι αμφίδρομη και εφόσον περιέχει το κριτικό στοιχείο της τέχνης προς την πολιτική, καθώς και τη διασφάλιση της ελευθερίας και αυτονομίας του καλλιτέχνη από την πολιτική. Αυτό το είδος της σχέσης τέχνης και πολιτικής προϋποθέτει ένα δημοκρατικό πολίτευμα το οποίο τηρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην εποχή μας αυτή η συνθήκη συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτόνομη ουσιαστική και καθολική κοινωνική λειτουργία της τέχνης. Προσθέτοντας σε αυτή τη θέση την εμπειρικά βεβαιωμένη αλήθεια ότι η καθολική κοινωνική λειτουργία της τέχνης προϋποθέτει την καθολική παιδεία του λαού, με την καλλιτεχνική και αισθητική καλλιέργεια ως οργανικό στοιχείο της, αλλά και την εξασφάλιση των βασικών προϋποθέσεων για έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής των ανθρώπων. Με αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να υπάρξει μια αμφίδρομη σχέση τέχνης και πολιτικής, πολιτικής και τέχνης – με την διασφάλιση, σε κάθε περίπτωση, της αυτονομίας της τέχνης.

Μπορεί, βέβαια, να υπάρξει και σχέση τέχνης και πολιτικής σε μη δημοκρατικό καθεστώς όπου η πολιτική έχει τον αποφασιστικό ρόλο σε ότι αφορά τον κοινωνικό ρόλο, το εύρος και την διάδοση του έργου της τέχνης, με τίμημα τον περιορισμό ή και την κατάργηση της αυτονομίας της τέχνης, με αρνητικές προεκτάσεις για την λειτουργία της ως η αυτοσυνείδηση της κοινωνίας, της ανθρωπότητας. Αυτό είναι ανάλογο με τους κοινωνικούς και πολιτιστικούς- πολιτισμικούς στόχους της πολιτικής, καθώς και με την αισθητική καλλιέργεια και την ευρύτερη παιδεία των λειτουργών της πολιτικής.

Από θέσεις αρχής η φιλοσοφία απορρίπτει την προσαρμογή της τέχνης στην πολιτική, απορρίπτει την άποψη που θέλει την τέχνη να λειτουργεί ως ιμάντης των σκοπών της πολιτικής ......

Σε κάθε περίπτωση ο κοινωνικός ρόλος της τέχνης συναρτάται με την ικανότητά της να κρίνει με τα δικά της μέσα την κοινωνία και τον άνθρωπο με αναφορά στις σταθερές αξίες της ζωής. Και σταθερή αξία για την τέχνη και για τον άνθρωπο, οριζόμενο με τους όρους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας και της ηθικής είναι η αρχή της ελευθερίας και του ανθρωπισμού, με τις διάφορες μορφές έκφρασής του, που στοχεύει στον άνθρωπο με αυτόνομη κριτική σκέψη και στάση απέναντι στην κοινωνική αδικία, τη βαρβαρότητα , την αλλοτρίωση, με όποια μορφή και αν εκφράζεται αυτή. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να τονιστεί σε αυτή την αντίληψη ο αποφετιχιστικός, απομυθοποιητικός, χειραφετητικός ρόλος της τέχνης. που πραγματοποιείται όταν η τέχνη αφαιρεί τις μάσκες που, σε μια αλλοτριωμένη κοινωνία, είναι συνυφασμένες με τη ζωή των ανθρώπων. οι οποίες, παρόλα αυτά, είναι παραμορφωτικά προσωπεία. Μόνον τότε μπορεί η τέχνη να εκφράσει την πραγματική της ουσία, που, σύμφωνα με τον Λούκατς, αποτελεί τη βάση και την ενιαία αρχή της ύπαρξής της, αλλά και απαραίτητο όργανο οικείωσης με τον κόσμο και αλλαγής του κόσμου (η έμφαση από μένα – Θ.Β.) Είναι ένα όργανο με τη βοήθεια του οποίου το άτομο αξιοποιώντας την αδρανοποιημένη μέσα του ανθρωπιά μπορεί να βρει τρόπους συνάντησής του (contaktus) με το ανθρώπινο είδος.

Η ουγγαρέζα καθηγήτρια Άντσελ Εύα αναφερόμενη στην άποψη του Λούκατς για την τέχνη γράφει : «η τέχνη δίνει έμφαση στο ποιοτικό στοιχείο κάθε ανθρώπινης στάσης. Εκφράζει ή την εξέγερση του ατόμου κατά της εποχής του ή τη μοναξιά του μέσα σε αυτή. Επομένως, το αισθητικό δεν μπορεί να απομονωθεί από το κοινωνικό, από την κοινωνική ζωή. Και δεν μπορεί να τεθεί η τέχνη στην υπηρεσία κάποιου συγκεκριμένου επικαιρικού σκοπού».

Σχετικά με την τελευταία πρόταση αξίζει, νομίζω εδώ ν αναφερθώ στην κριτική την οποία άσκησε ο Λούκατς στην τάση η οποία είχε αναγορεύσει σε δόγμα τη γνωστή δήλωση του Στάλιν ότι οι συγγραφείς πρέπει να γίνουν οι «μηχανικοί των ψυχών»....

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λούκατς απόρριψε αυτή την άποψη και πρακτική η οποία, πέρα από το ότι αχρηστεύει το καθολικό έργο της τέχνης όσον αφορά την αισθητική αγωγή των ανθρώπων, καθιστά αδύνατη τη δημιουργία «αληθινού», όπως συνήθιζε να λεει καλλιτεχνικού έργου, χωρίς ωστόσο να αποκλείει τη δυνατότητα καλλιτέχνες που δημιουργούν με αναφορά και στην κοινωνική ή και στην πολιτική επικαιρότητα να παράγουν αληθινά αυθεντικό καλλιτεχνικό έργο, χωρίς, ωστόσο ποτέ να θέτουν την τέχνη τους στην υπηρεσία της πολιτικής. Έτσι, μιλώντας για τους καλλιτέχνες που λειτουργούν με αναφορά και στην επικαιρότητα και την ταξικότητα (χωρίς αυτό να το θεωρεί ως τυπικό για την δική του Αισθητική αντίληψη), γράφει ότι και από αυτή τη στάση μπορούν «να γεννηθούν αισθητικά σημαντικά έργα – ας σκεφτούμε, γράφει ο Λούκατς, τον Μπέρτολντ Μπρεχτ».

Ο Λούκατς τονίζει ότι αξίωμα του Μπρεχτ ήταν, απευθυνόμενος με το έργο του στον (ενεργό) θεατή, στον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο, η προτροπή : «Άλλαξε τη ζωή σου!».. Αυτό το αξίωμα, αυτή την επιδίωξη, πίστευε ο Μπρεχτ ότι πρέπει να υπηρετεί η τέχνη, που βέβαια η λειτουργία της είναι αδιανόητη χωρίς την ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος απέναντι στην πραγματικότητα. και στις πρακτικές που αλλοτριώνουν τον άνθρωπο. Στο πνεύμα αυτό εφάρμοζε ο Μπρεχτ και την «καθαρτική» ρήση του «γνώθι σ αυτόν», που χαρακτηρίζει, λέει ο Λούκατς στην «Αισθητική» του, όλους τους ποιητές και συγγραφείς «από τον Όμηρο ως τον Γκόρκι», που ξεκινούν πάντα από τους συγκεκριμένους ανθρώπους, από τις συγκεκριμένες ανθρώπινες σχέσεις, , επισημαίνοντας ότι η θεωρία και η πρακτική του «μηχανικού των ψυχών»» ξέκοψε από αυτή την παράδοση.

Στο σημείο αυτό κρίνω ότι είναι απαραίτητη η ανασκευή του ισχυρισμού περί του θεωρητικού δογματισμού του Λούκατς που καθιστά αφερέγγυα την Αισθητική του (Βασίλης Φίλιας) καθώς και τον ισχυρισμό ότι οι απόψεις του για τη «μαρξιστική αισθητική» είναι ίδιες με κείνες του Ζντάνοφ, οι οποίες απεικόνιζαν το πνεύμα και τις θέσεις του Στάλιν για το ρόλο της λογοτεχνίας, της τέχνης στο σοσιαλισμό (άποψη την οποία υποστήριξε με σθένος ο Ροζέ Γκαροντί).

Πρόκειται για ισχυρισμό στην καρδιά του οποίου είναι η σχέση τέχνης και πολιτικής, πολιτικής και τέχνης με αναφορά στην μαρξιστική αντίληψη για την τέχνη, , που και σήμερα μετά την κατάργηση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, εξακολουθεί να απασχολεί μελετητές και δημιουργούς της τέχνης. Αυτό κυρίως οφείλεται στο ενδιαφέρον που εξακολουθεί να παρουσιάζει το έργο του Λούκατς στα θέματα της θεωρίας της τέχνης και της αισθητικής, καθώς επίσης και το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που η παρουσία του είναι τόσο έντονη και σήμερα, σε πολλές χώρες της; Ευρώπης. Οι διαφορετικές απόψεις τους για την τέχνη δεν έχουν πάψει να ενδιαφέρουν μελετητές της και δημιουργούς. Οι αναφορές στις διαφορετικές απόψεις τους άμεσα ή έμμεσα, ρητά ή άρρητα έχουν να κάνουν και με τον τρόπο που ο καθένας ερμηνεύει το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Το θέμα εξακολουθεί να είναι αντικείμενο συζητήσεων, πολύ λιγότερο βέβαια σήμερα, απ ότι παλιότερα, κυρίως στη δεκαετία του 1930 και του 1960, και επειδή οι κρίσιμες συζητήσεις της δεκαετίας του 1930, αλλά και της δεκαετίας του 1960 (και μετά) άμεσα ή έμμεσα έθιγαν (και θίγουν) το θέμα του ρεαλισμού, που βέβαια εξακολουθεί να διατηρεί την αίγλη του, ακόμα και στους σημερινούς «μοντέρνους καιρούς».

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να δούμε το θέμα αυτό, με αναφορά στις απόψεις του Λούκατς , αλλά και του Μπρεχτ, αυτών των δυο κορυφαίων εκπροσώπων της μαρξιστικής αισθητικής, οι οποίοι στην εξέλιξή τους λειτούργησαν συμπληρωματικά, και όχι αντιπαραθετικά σε όλο το φάσμα της θεωρίας της τέχνης και της αισθητικής. Αυτό προκύπτει από την τεκμηρίωση των μελετών που στηρίζουν αυτή την άποψη, αλλά και από τη μελέτη του ίδιου του έργου τους προσεγγιζόμενο και κρινόμενο μέσα από την οπτική της εξέλιξης των απόψεών τους.

Πράγμα, που σημαίνει ότι οι συγκλίσεις δεν καταργούν τις υφιστάμενες διαφορές τους, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν το δικό τους ενδιαφέρον όχι μόνο για τους φιλοσόφους και τους μελετητές της τέχνης και της αισθητικής, αλλά και τους δημιουργούς. Και θα ήταν προς ζημία της έρευνας, αλλά και της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η εξομοίωσή τους, όπως και η μονομερής τονισμός των διαφορών τους, οι οποίες εμφανιζόμενες μέσα από το πρίσμα μιας κάθετης αντιπαλότητας καθιστούν αδύνατη τη νηφάλια αντικειμενική κρίση, καθιστώντας αδύνατη και την κριτική θεώρηση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού...