Το πρόβλημα της ανθρώπινης ελευερίας στο σύγχρονο κόσμο

Elefteria

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ

Ερωτήματα για την ανθρώπινη ελευθερία

Νέοι που αναζητούν τη θέση τούς στον σύγχρονο κόσμο, γενικά: άνθρωποι με ισχυρές ευαισθησίες απέναντι στους περιορισμούς της γνήσιας αυτόνομης έκφρασης αναζητούν απάντηση (απαντήσεις) στο θέμα της ανθρώπινης ελευθερίας. Ζητούν απάντηση στο ερώτημα τί είναι ελευθερία; Μάλιστα, οι περισσότερο προβληματισμένοι θέτούν το ερώτημα : μπορεί ο άνθρωπος από τη φύση τού να είναι ελεύθερος; Για να προχωρήσουν στο επόμενο ερώτημα : μπορεί ο άνθρωπος ως κοινωνικό ον, δηλαδή ως δημιουργός του ίδιου του κοινωνικού ή και του ανθρωπογενούς φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει, να είναι ελεύθερος; Το ερώτημα αυτό αποκτά μεγαλύτερη διανοητική και ψυχολογική ένταση για τον καθένα ο οποίος αποδέχεται ότι η ελευθερία είναι στη φύση του ανθρώπου, στη φυσική ιδιοσυστασία του, γι αυτό και εμφανίζεται ως ανάγκη όχι μόνον για την επιβίωσή του, αλλά και για την αυθεντική αυτόνομη και ολοκληρωμένη αυτοπραγμάτωσή του. Για να καταλήξουν στην προσωποποίηση του ερωτήματος : είμαι εγώ ελεύθερος; Ποιος μπορεί να πει ότι είναι ελεύθερος στο σημερινό κόσμο;

Το ερώτημα για την ελευθερία του ανθρώπου στη σχέση του με τη φύση και την κοινωνία (αλλά και στη σχέση του καθενός με τον εαυτό του}παρακολουθεί τη φιλοσοφία σε όλη τη μέχρι τώρα διαδρομή της χωρίς να μπορεί να δώσει μια αποδεκτή από όλους απάντηση Υπάρχουν πολλές απαντήσεις, αλλά καμία δεν μπόρεσε να αποκτήσει καθολική παραδοχή. Εξάλλου, για τον πολύ κόσμο (με εξαίρεση κάποιους φιλοσόφους που ο προβληματισμός τους κινείται μέσα στα περιοριστικά διανοητικά πλαίσια μιας καθ όλα αφηρημένης προσέγγισης) οι εμπειρίες και τα βιώματα της ζωής .αλλά και η συνολική εμπειρία της ιστορίας του ανθρώπου που παρακολουθείται από τη βία, από τις διάφορες μορφές και εκφράσεις της ανελευθερίας, προσδίδουν στο ερώτημα ένα πρακτικό περιεχόμενο. Η έννοια της ελευθερίας αναφέρεται στη συγκρότηση και τη λειτουργία της κοινωνίας στην οποία οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να διαμορφώσουν τη ζωή τους. Το αίτημα αυτό εξέφρασαν οι θεωρητικοί του μαρξισμού. Η παραχάραξη σε θεωρητικό επίπεδο της μαρξικής άποψης και πολύ περισσότερο ο τρόπος που επιχειρήθηκε η εφαρμογή του κατέστησαν αδύνατη σε πρακτικό επίπεδο την απάντηση στο ερώτημα αυτό.. Μάλιστα, στο χώρο του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού δημιουργήθηκαν ιδεολογικά και πολιτικά κατεστημένα που ανασκεύασαν ριζικά τη μαρξική- μαρξιστική άποψη για την ελευθερία και λειτούργησαν στην πράξη ως μορφές ανελευθερίας

. Ανήκω σε εκείνους που εμμένουν στην μαρξική – μαρξιστική θεωρία για τη δυνατότητα δημιουργίας μιας αυθεντικά ελεύθερης κοινωνίας, παρά την αρνητική εμπειρία από το ιστορικό πείραμα του σοσιαλισμού. Όμως δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι αυτή η αρνητική εμπειρία καθιστά για πολλούς αμφίβολες τις θεωρητικές διαβεβαιώσεις των φιλοσόφων, γενικότερα των στοχαστών στο ερώτημα αν είναι δυνατή η δημιουργία μιας αυθεντικά ελεύθερης ανθρώπινης κοινωνίας.*

------------------------------

  • Στο ερώτημα αυτό αναφέρονται οι αναλύσεις και οι προβληματισμοί του βιβλίου μου Το πρόβλημα της ταυτότητας του ανθρώπου. (εκδόσεις Ψηφίδα, 2004) Βλέπε το κεφάλαιο με τον τίτλο Μπορεί ο άνθρωπος να φτιάξει μιαν άλλη κοινωνία που να τον καταξιώνει;

---------------------------------

. Θα πρέπει να πω ότι υπάρχει μια πανσπερμία απαντήσεων οι οποίες τώρα κυκλοφορούν και μέσα από το διαδίκτυο, οι οποίες είναι προσιτές σε όλους, δημιουργώντας έτσι, μαζί με την αναγκαία και χρήσιμη ενημέρωση ένα πρόβλημα κατασταλάγματος στο κρίσιμο ερώτημα για την ανθρώπινη ελευθερία. Πρόκειται για το πρόβλημα το οποίο έχει να κάνει με το φαινόμενο της υπερπληροφόρησης το οποίο δημιουργεί διανοητική αβεβαιότητα, αμφιβολία για την ορθότητα των διαφόρων θεωριών και απόψεων - για όσούς δεν έχουν την αναγκαία για το θέμα φιλοσοφική παιδεία, που, βέβαια, από μόνη της και αυτή δεν μπορεί να εγγυηθεί την κατάργηση της αβεβαιότητας, της αμφιβολίας στο θέμα αυτό...

Εξάλλου, υπάρχουν φιλόσοφοι οι οποίοι έχουν αναγάγει την αμφιβολία σε κεντρική αρχή του προβληματισμoύ για τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο και στην κοινωνία την οποία ο ίδιος δημιούργησε και δημιουργεί, με προεκτάσεις και στο ερώτημα για την ανθρώπινη ελευθερία.

Δεν μιλώ γι αυτούς που σκέπτονται με θεολογικούς θρησκευτικούς όρους όπού η πίστη υποκαθιστά τη λογική θέτοντάς την στην υπηρεσία της. Γι αυτούς που πιστεύουν ότι η ελευθερία τού ανθρώπου είναι συνάρτηση της πίστης στο θεό. Μιλώ για κείνους που αποδέχονται την άποψη ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι σε οργανική συνάρτηση με την κοινωνία που ο ίδιος δημιούργησε και δημιουργεί- αναδημιουργεί στην ιστορική του πορεία και εξέλιξη..

Τηρώντας αυτή τη συνθήκη θα αναφερθώ στη συνέχεια σε κάποιες από τις πλέον ουσιαστικές πλευρές του γενικού ερωτήματος για την ελευθερία του ανθρώπου στο σημερινό κόσμο κατά τρόπο που και ο φιλοσοφικά απαίδεύτος να μπορεί να βάλλει σε μια «τάξη» τις σχετικές με το θέμα απόψεις, τις δικές του εμπειρίες και τους προβληματισμούς του. Σπεύδω, όμως, να πω ότι ο όρος τάξη εδώ αφορά μόνον τη λογική οργάνωση των πληροφοριών και των γνώσεων που έχουμε για την πραγματικότητα ή και για τον ίδιο τον εαυτό μας που πετυχαίνούμε με την αυτοπαρατήρηση. Ο όρος τάξη εδώ δεν είναι στον αντίποδα τον όρου ελευθερία. Αντίθετα είναι προϋπόθεση για την ανάπτύξη της ικανότητας μας να επιλέγομε ό,τι υπηρετεί την επιδίωξή μας για ελευθερία. Αυτό αφορά εν μέρει και τον κόσμο των αισθημάτων μας, αν και εκεί η τάξη συχνά λειτουργεί εναντίον του αυθορμητισμού που είναι ίδιόν τους

Αυτή η τάξη της λογικής είναι στη βάση της συμπεριφοράς του πολίτη στη δημοκρατία. Και .είναι βέβαιο ότι χωρίς αυτή τη συνθήκη είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας. Η ανάγκη αυτής της συνθήκης μας πάει κατευθείαν στο ερώτημα για τη σχέση δημοκρατίας και ελευθερίας..

Αστική δημοκρατία και ελευθερία

Στην εποχή μας η δημοκρατία είναι το κυρίαρχο πολιτικό μόρφωμα το οποίο κατοχυρώνει συνταγματικά το σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων τα οποία και ορίζει με αναφορά στην εννoiά της ελευθερίας

. Πρόκειται για συνταγματική δέσμευση με υποχρεωτική ισχύ για την τήρηση των σχετικών διατάξεών του από τους πολίτες. Για το σκοπό αυτό έχει αναπτυχθεί μια νομοθεσία την οποία η δικαιοσύνη οφείλει να τηρεί . Η δικαιοσύνη εκτιμά, κρίνει και αποφασίζει για τις πράξεις των πολιτών, των ανθρώπων χωρίς να είναι υποχρεωμένη και συνήθως χωρίς να θέλει να υιοθετήσει τις ερμηνείες που δίνουν οι πολίτες, οι άνθρωποι στην έννοια της ελευθερίας.

Την ενδιαφέρει μόνον η τήρηση των νόμων και του γενικευμένου πνεύματος που τους διέπει. Στην κρίση της είναι δύσκολο να λειτουργήσει ο συγκεκριμένος άνθρωπος με τις ιδιαιτερότητές του. Και δεν είναι υποχρεωμένη να το κάνει αυτό. Η φράση «έχω εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη» αναφέρεται στην πιστή τήρηση των νόμων από τους δικαστές. Η παρέμβαση του δικηγόρου που επικαλείται τα ενδεχόμενα ελαφρυντικά υπέρ του κατηγορούμενου έχει σαφή περιοριστικά όρια. Και αυτός είναι υποχρεωμένος να κινείται στο πλαίσιο και στο πνεύμα της νομοθεσίας Έτσι εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να πείσει τη δικαιοσύνη να υπερβεί τη συνταγματική ερμηνεία της έννοιας της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων..

Οι συνταγματολόγοι (που συνήθως είναι και νομοθέτες) εξειδικεύουν την ερμηνεία της έννοιας της ελευθερίας διευρύνοντας το περιεχόμενό της με αναφορά σε συγκεκριμένες καταστάσεις και συμπεριφορές, χωρίς να μπορούν να εκφράσουν με κάποια πληρότητα αυτό που οι πολίτες, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως ελευθερία. Μολονότι, στην καλύτερη περίπτωση, τείνουν να θέλουν. να είναι πιο κοντά στους συγκεκριμένους πολίτες, στους συγκεκριμένους ανθρώπους σε ότι αφορά τη σχέση τους με το σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Από αυτή την άποψη το είδος του συντάγματος θεωρητικά μπορεί να ευνοήσει ή να δυσχεραίνει το ρόλο του συνταγματολόγου και του δικηγόρου, κατ επέκταση και της δικαιοσύνης σχετικά με το όριο της ελευθερίας του πολίτη στη σχέση του με το κράτος. Βέβαια, καμιά κρατική νομοθεσία και κανένας κρατικός θεσμός δεν μπορεί να εκφράσει το περιεχόμενο της ελευθερίας με αναφορά στη ζωή των συγκεκριμένων ανθρώπων. Στο επίπεδο αυτό το περιεχόμενο της έννοιας της ελευθερίας είναι ανάλογο με τις προσλαμβάνουσες και τη συνείδηση του καθενός, προσδιοριζόμενο από τις συνθήκες της ζωής του, από τη θέση του στην κοινωνία και από το πρότυπο ζωής που έχει επιλέξει, ανάλογα και με τις προσδοκίες του, τις επιδιώξεις του και τις ανάγκες του.. Περιθώρια ερμηνείας της έννοιας της ελευθερίας, πέρα από τις νομικές προσεγγίσεις έχει η φιλοσοφία του δικαίου στην καρδιά της οποίας δεν είναι ο πολίτης αλλά ο άνθρωπος και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό βέβαια εξαρτάται και από τη συγκεκριμένη σχολή την οποία υπηρετεί και εκφράζει ο κάθε λειτουργός της φιλοσοφίας του δικαίου. Ωστόσο, η φιλοσοφία του δικαίου πολύ λίγο μπορεί να επηρεάσει την άποψη του δικαστικού σώματος.. και πολύ λιγότερο την πρακτική. του.

Οι απόψεις των ανθρώπων για την ελευθερία στο σύγχρονο καπιταλισμό επηρεάζονται σημαντικά, έως και αποφασιστικά - για τον πολύ κόσμο- από τα προβαλλόμενα πρότυπα ζωής. Από αυτά ξεχωρίζει το πρότυπο του «καταναλωτικού ανθρώπου» το οποίο προβάλλεται επιθετικά, επίμονα και μεθοδικά από τα μέσα καταναλωτικής διαφήμισης και χειραγώγησης Και είναι αυτό το πρότυπο το οποίο το σχολείο, ακόμα και όταν το επιδιώκει, δεν μπορεί να το υπερκεράσει..

Καταναλωτισμός και ελευθερία

Με την καθιέρωση και τη γενίκευση της καταναλωτικής κοινωνίας και την προβολή του προτύπού του «καταναλωτικού ανθρώπού» η ελευθερία του ατόμού σε κοινωνικό επίπεδο ερμηνεύεται ως «εργαλείο», ως μέσο για την κατάκτηση της υλικής ευδαιμονίας. Μάλιστα, σε ατομικό επίπεδο ι ερμηνεύεται ως μέσο για την κατάκτηση της προσωmκής ευτυχίας. ‘Έτσι, που η κατάκτηση της υλικής ευδαιμονίας, στην οποία συγκαταλέγεται όχι μόνον το καλό φαί και το καλό ντύσιμο, το καλό σπίτι, αλλά και η δυνατότητα ικανοποίησης στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των ευδαιμονικών ορέξεων του ατόμου – στη διασκέδαση, στο σεξ, στα ταξίδια κλπ- οι οποίες (ορέξεις) σύμφωνα με τη δυναμική του καταναλωτισμού είναι ατέρμονες. Έτσι που το υπερφιλόδοξο άτομο βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση και προσπάθεια να κατακτήσει το ιδανικό ανθρώπινο πρότυπο της ευδαιμονίας. Ωστόσο αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν την εξαίρεση.

Ο κυρίαρχος τύπος του «καταναλωτικού ανθρώπου» αισθάνεται καλά όταν πετύχει να ικανοποιήσει σε έναν βαθμό τις ευδαιμονικές τους επιθυμίες. Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο της έννοιας της ελευθερίας και ο «προβληματισμός» του για την προσωπική ελευθερία. Δεν πρόκειται για ανθρώπους χωρίς ανησυχίες, όμως οι ανησυχίες τους δεν ξεπερνούν το όρια των προσωπικών τούς προσδοκιών και επιδιώξεων ως «καταναλωτικών ατόμων». Τα άτομα αυτά είναι απροβλημάτιστα στα θέματα της ανθρώπινης ελευθερίας, οριζόμενης με κοινωνιολογικούς και φιλοσοφικούς ανθρωπολογικούς όρους.

Δεν υποτιμώ την ερευνητική ενασχόληση με τη στάση αυτού του ανθρώπινου τύπου της εποχής μας απέναντι στο πρόβλημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τη φιλοσοφική ανθρωπολογία πού υπηρετώ δεν υπάρχει ανθρώπινη συμπεριφορά που να της είναι αδιάφορη. Και υπάρχει για το θέμα αυτό μια καθ όλα αξιόλογη κοινωνιολογική βιβλιογραφία, και στα ελληνικά, κυρίως από ξένούς, αλλά εν μέρει και από έλληνες μελετητές. Η ύπαρξη αυτής της βιβλιογραφίας μου επιτρέπει στο κείμενο που ακολουθεί να αναφερθώ στους προβληματισμούς που αφορούν στο θέμα της ανθρώπινης ελευθερίας στο σύγχρονο κόσμο. Χρησιμοποιώ τον όρο «ανθρώπινη ελευθερία» για να τονίσω τη διαφορά της ελευθερίας στον ανθρώπινο κόσμο από την ελευθερία στο ζωικό κόσμο- αποδεχόμενος την άποψη ότι η αυτόβουλη επιλογή είναι μια καθολική μορφή έκφρασης της ελευθερίας.. Διότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι και τα ζώα για να επιβιώσουν προβαίνουν στις απαραίτητες γι αυτό επιλογές για τις οποίες έχούν αναπτύξει όλες τις αναγκαίες για το είδος βιολογικές, αισθητηριακές ή και συναισθηματικές και γνωσιακές ιδιότητες και ικανότητες.

Ο καταναλωτισμός είναι πολιτισμικό στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού, που επηρεάζει καίρια τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, κατ επέκταση και τις αντιλήψεις για την ανθρώπινη ελευθερία. Αυτό δεν αναιρεί την αλήθεια ότι και τώρα στο σύγχρονο καπιταλιστικό πολιτισμό το κράτος παίζει τον καθοριστικό ρόλο στο θέμα της ανθρώπινης ελευθερίας.΄ ΄Ετσι, ακόμα και η λεγόμενη «κοινωνία των ενεργών πολιτών», που θεωρείται ως μεγάλη δημοκρατική κατάκτηση είναι και αυτή νοητή μέσα από την κατανόηση της σχέσης κράτους και ελευθερίας.

Κράτος και ελευθερία

Το γεγονός ότι γνώρισμα και του σύγχρονου κράτους είναι η νομικά κατοχυρωμένη μονοπωλιακή επιβολή καταναγκασμού και βίας ,τροφοδοτεί την τάση μονομερούς τονισμού του βεμπεριανού ορισμού.για το κράτος.. Αυτό αφορά ειδικότερα όσους υπόκεινται τις κυρώσεις του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού. Αγνοείται το γεγονός ότι το κράτος είναι και μορφή οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας με βάση νομικά και θεσμικά κατοχυρωμένες αρχές συμπεριφοράς. στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η εξασφάλιση του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης και οργανωμένης δράσης όλων των πολιτών, ακόμα και εκείνων , που το αμφισβητούν και επιδιώκουν την ανατροπή του.. Αγνοείται ή υποβαθμίζεται πλήρως ότι γνώρισμα του σύγχρονου αστικού κράτους είναι η συνταγματική αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη μελέτη του θέματός μας.

Τονίζοντας μονομερώς το γεγονός ότι το κράτος είναι μορφή άσκησης εξουσίας πάνω σε ανθρώπους (αυτό αφορά και το λεγόμενο δημοκρατικό αστικό κράτος) μπορεί κανείς να υιοθετήσει τη άποψη ότι κράτος και ελευθερία είναι δυο ασύμβατοι και ασυμβίβαστοι παράμετροι. ¨Ότι το κράτος συνιστά την κατάργηση της ελευθερίας και η ανθρώπινη ελευθερία συνιστά την κατάργηση του κράτους. Δεν υπάρχει μέση οδός. Δεν υπάρχει κρατικό πλαίσιο το οποίο μπορεί να διασφαλίσει τη μερική έστω ελευθερία του ατόμου. Αυτός είναι ο πυρήνας της άποψης (η της φιλοσοφίας) του αναρχισμού.

Αυτή η άποψη δεν αποδέχεται τη μαρξιστική θέση για την αναγκαιότητα τού εργατικού κράτους για την ιστορική περίοδο μετάβασης από την ταξική κοινωνία στην αταξική κοινωνία η οποία (σύμφωνα με τη μαρξική – μαρξιστική άποψη) θα καταργήσει το κράτος, εισάγοντας την ανθρωπότητα σε μια εποχή οικοδόμησης μιας κοινωνίας, ενός πολιτισμού που σε καθημερινή βάσει θα συνδυάζει τη συλλογική με την ατομική, την προσωπική ελευθερία του καθενός.. Μια κοινωνία αποτελούμενη από πραγματικές ανθρώπινες κοινότητες τα μέλη των οποίων λειτουργούν ως αυτόνομα άτομα, το καθένα με τη δική του αυθεντική πλούσια (σε ενδιαφέροντα και συναισθήματα) προσωπικότητα. Σ αυτή την κοινωνία μπορεί να βρεί την πραγματική έκφρασή της η μαρξική ρήση σύμφωνα με την οποία «η ελευθερία του ενός δεν είναι εμπόδιο, αλλά προϋπόθεση για την ελευθερία των άλλων».

Πρόκειται για μια αντίληψη η οποία υπερβαίνει διαλεκτικά και ουσιαστικά την διαδεδομένη φιλελεύθερη άποψη σύμφωνα με την οποία η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία τού άλλου. Αυτή η άποψη διδάσκεται στο λύκειο και είναι - και γι αυτό το λόγο-διαδεδομένη στη νεολαία, πράγμα που με υποχρεώνει να ασχοληθώ ειδικά μαζί της σε αντιδιαστολή με τη μαρξική άποψη για την ελευθερία του ατόμού ως κοινωνικού όντος. Όμως, προηγουμένως θα πρέπει να επιχειρήσω να δώσω μιαν απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα για το σημερινό νέο, για το σημερινό άνθρωπο, αν το κράτος που λειτούργεί με βάση τις αρχές ενός δημοκρατικού συντάγματος μπορεί να αποτελέσει το πλαίσια για την ανάπτυξη της συλλογικής και της ατομικής ελευθερίας.

Πρόκειται για ένα σύνθετο πρόβλημα για το οποίο επέλεξα να διατυπώσω την κατασταλαγμένη δική μου άποψη, γνωρίζοντας ότι για το θέμα αυτό υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία για την οποία έκρινα ότι δεν είναι απαραίτητο να αναφερθώ σ αυτό εδώ το πόνημα, έστω και ενδεικτικά. Εξάλλου, η άμεση εμπειρία του σκεπτόμενου κοινωνικού ατόμού επιτρέπει σε αυτό να παρακολουθήσει και να κρίνει το συλλογισμό που ακολουθεί, μαζί και τις σχετικές αναφορές και, εκτιμήσεις

Το σύγχρονο αστικό κράτος δεσμεύεται συνταγματικά να εξασφαλίσει στην πράξη τις προϋποθέσεις για την κατίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην καρδιά των οποίων είναι η ατομική και η συλλογική ελευθερία των πολιτών. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα να συγκροτήσουν μια πολιτική οργάνωση, ένα κόμμα, να αναπτύξουν ένα κίνημα το οποίο στοχεύει στην ανατροπή του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος, που εκφράζει και υπηρετεί την εξουσία του κεφαλαίου.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη έκφραση των πολιτών που επιζητούν και παλεύουν για την ανατροπή του αστικού συστήματος μπορεί να προσβάλλει καίρια την ιδεολογική συνοχή της κοινωνίας. .Και είναι αυτό βασική επιδίωξη όχι μόνον του αστικού πολιτικού κατεστημένου, αλλά και του ίδιου του κεφαλαίου.... Με αυτή την παρατήρηση θίγω ένα θέμα που απαιτεί τη συγγραφή μιας μονογραφίας για τους λόγους που έχουν κάνει τη σύγχρονη αστική τάξη να θεσμοθετεί ένα δημοκρατικό καθεστώς οργανικό στοιχείο του οποίου είναι η νόμιμη αμφισβήτηση της ιδεολογικής ή και της πολιτικής συνοχής του συστήματος , ακόμα και η συνταγματικά κατοχυρωμένη δραστηριότητα για την ανατροπή του.

Μιλώ ειδικά για την εποχή μας που η δικτατορική οργάνωση και λειτουργία του κράτους απορρίπτεται από όλα τα αστικά κόμματα, γενικότερα από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Θα μπορούσα να πω ότι δεν υπάρχει κόμμα, πολιτική συσπείρωση που να μην πολιτεύεται στο όνομα της δημοκρατίας, Ακόμα και τα δικτατορικά (στρατιωτικά και πολιτικά) πραξικοπήματα γίνονται με το πρόσχημα της απειλής ανατροπής της αστικής δημοκρατίας. Από μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να πει κανείς ότι η σύγχρονη αστική. τάξη είναι ο θεματοφύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν ην καταβολή τους στη Γαλλική Επανάσταση όπως αυτά διαμορφώθηκαν με τη χάρτα του ΟΗΕ, βελτιώθηκαν και εξειδικεύτηκαν από άλλα διεθνή φόρουμ κατοχυρωμένα από αυτό που ονομάζεται Διεθνές Δίκαιο..

Με δεδομένο το γεγονός ότι το αστικό δίκαιο, το δίκαιο της αστικής δημοκρατίας δίνοντας έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα υποσκάπτει την ιδεολογική και την πολιτική συνοχή της κοινωνίας, σε συνδυασμό με την εμπειρικά βεβαιωμένη αλήθεια ότι η δημοκρατία ενδείκνυται ως το λιγότερο επισφαλές σύστημα διακυβέρνησης, οδηγεί την αστική τάξη στην εφαρμογή διαφόρων μεθόδων παραβίασής του : από τις μεθοδεύσεις του εκλογικού συστήματος, ως το καταναγκασμό του ψηφοφόρου πολίτη και την χρησιμοποίηση του κατασταλτικού μηχανισμού, με σκοπό τη διατήρηση της συνοχής του συστήματος, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ιδεολογική και πολιτική συνοχή της κοινωνίας.

Όμως, χωρίς να απαρνείται τη δημοκρατία ως το καταλληλότερο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης, την οποία απαρνείται όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος για τη διαφύλαξη της εξουσίας της από την χειροπιαστή απειλή κατάργησής της. Για να επανέλθει στη δημοκρατία, μετά από την αποσόβηση της απειλής, με τους όρους και τον τρόπο λειτουργίας για τους οποίους πολύ σύντομα αναφέρθηκα παραπάνω. Πάντως, η σύγχρονη αστική τάξη (τα πολιτικά κόμματα και το ιδεολογικό κατεστημένο που την εκφράζει και την υπηρετεί) δεν θέλει να φανεί στα μάτια του λαού, στα μάτια του κόσμου ότι δεν διέπεται από τις ιδέες του φιλελευθερισμού, ότι δεν είναι ο τοποτηρητής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων . Το κάνει αυτό και από το φόβο της συνεπούς εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την επαναστατική αριστερά, πράγμα που μπορεί να θέση σε κίνδυνο την εξουσία της. Γι αυτό δίνει ιδιαίτερο βάρος στους μηχανισμούς ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησης των πολιτών.. Και είναι αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο που ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να λάβει μια ανατρεπτική πολιτική και κοινωνική δυναμική ,με την έννοια της ελευθερίας να αποκτά επαναστατικό προοδευτικό περιεχόμενο.

Για το σκοπό αυτό οι κυρίαρχες αστικές πολιτικές δυνάμεις προωθούν με κάθε τρόπο (πρώτα απ΄ όλα μέσα από την παιδεία και τα ΜΜΕ) τις δικές τους ερμηνείες για την ελευθερία και για τα ανθρώπινα δικαιώματα που εξυπηρετούν την ιδεολογική χειραγώγηση των ανθρώπων, των πολιτών, με σκοπό την εξασφάλιση της ιδεολογικής συνοχής του λαού ή έστω της ιδεολογικής του σύγχυσης (και με τη μέθοδο της υπερπληροφόρησης) που αποκλείει την δραστική αμφισβήτηση της εξουσίας τού κεφαλαίου, αλλά και του αστικού κράτους που την εκφράζει και την υπηρετεί.

Παρόλα αυτά είναι λάθος να υποστηρίζεται ότι η αστική δημοκρατία είναι στον αντίποδα της ελευθερίας, ότι είναι μορφή άσκησης της δικτατορίας της αστικής τάξης έναντι των εργαζομένων, του λαού, και τίποτα περισσότερο. Αυτή η κατηγορηματική διατύπωση εμποδίζει διανοητικά να δει κανείς την άλλη πλευρά της δημοκρατίας που επιτρέπει στις δυνάμεις που αμφισβητούν το αστικό πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς να αναπτύξουν, ακόμα και χωρίς να παραβιάζουν ουσιαστικές αρχές του συντάγματος, οργανωμένη και συνεπή πολιτική δράση που στοχεύει στην ανατροπή του. Και είναι αυτό, από τη μεριά αυτών των δυνάμενων αυθεντική μορφή έκφρασης της ελευθερίας, η οποία καταδεικνύει έμπρακτα την ορθότητα της ρήσης ότι η ελευθερία είναι με το μέρος εκείνων που αγωνίζονται ενάντια σε κάθε μορφή ανελευθερίας, καταπίεσης και σκλαβιάς.

Δεν πρέπει βέβαια να αγνοείται το γεγονός ότι το αστικό σύνταγμα, που κατοχυρώνει την ισονομία, την ισότητα των πολιτών, δεν μπορεί να κατοχυρώσει την ισότιμη σχέση μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη- επιχειρηματία. Αντίθετα, κατοχυρώνει τη σχέση εξάρτησης του εργαζόμενου από τον εργοδότη, ως κυρίαρχη μορφή δυανθρώπινων σχέσεων της αστικής δημοκρατίας. Κατοχυρώνει την εξουσία του κεφαλαίου πάνω στον εργαζόμενο πλήττοντας καίρια την θέλησή του για ελευθερία. Η μόνη δυνατότητα «ελευθερίας» του εργαζόμενου έναντι του εργοδότη είναι ότι μπορεί χωρίς νομικές κυρώσεις να τον εγκαταλείψει οποιαδήποτε στιγμή όμως,, , για να πάει, σε έναν άλλον εργοδότη με τους ίδιους όρους εξάρτησης από αυτόν. Βέβαια, αυτό, κρινόμενο με ιστορικούς όρους, είναι μία εξέλιξη, αρκεί να αναφερθώ εδώ στη σχέση εργαζόμενου και ιδιοκτήτη- εργοδότη στο δουλοκτητικό και στο φεουδαρχικό καθεστώς, ¨Ομως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι πάνω και από την όποια ιστορική συγκυρία και εποχή υπάρχει η ηθική καταδίκη για τη βαρβαρότητα απέναντι σε ανθρώπους. Καμία ηθική δεν μπορεί να δεχτεί και να αποδεχτεί τη μεταχείριση ανθρώπων ως μέσων και μάλιστα με τη βαρβαρότητα που χαρακτήριζε αυτά τα καθεστώτα. Εξάλλου, η μεταχείριση των ανθρώπων από τους εξουσιαστικά ισχυρούς είναι πέραν της έννοιας της ελευθερίας, ειδικότερα όταν τις κρίνουμε με ηθικούς όρους..

Πάντως είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο σύγχρονος άνθρωπος συνδέει την έννοια της ελευθερίας με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της σύγχρονης κοινωνίας ,οριζόμενου με τους όρους της ανθρώπινης δημιουργίας- την τεχνολογία και την επιστήμη.. Αυτό πιο έντονα χαρακτηρίζει τους ανθρώπους με αναπτυγμένα ηθικά αντανακλαστικά.. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν το (οικονομικό, επιστημονικό, τεχνολογικό, μορφωτικό – εκπαιδευτικό ) επίπεδο ανάπτυξης του σύγχρονου κόσμου δικαιολογεί τη διατήρηση της σχέσης εξάρτησης του εργαζόμενου από τον εργοδότη, γενικότερα αν δικαιολογεί το καθεστώς εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Συνδικαλισμός και ελευθερία

Ο σύγχρονος άνθρωπος με ηθικές ευαισθησίες δεν αρκείται με τη συνταγματική κατοχύρωση μορφών «ελευθερίας» που αδιαφορούν για. την προσωπικότητα του ατόμου Τέτοια είναι η μορφή «ελευθερίας» του εργαζόμενου έναντι του εργοδότη που αναφέρεται στο δικαίωμα της απεργίας («ιερό» το ονομάζουν αστοί πολιτικοί, θέλοντας να δώσουν έμφαση στην ποιότητα της αστικής δημοκρατίας) καθώς και στο δικαίωμα διαπραγμάτευσης των εργαζομένων μαζί του για θέματα μισθοδοσίας, χωρίς βέβαια και αυτή η «ελευθερία» να αλλάζει στην ουσία τη σχέση εργοδότη- εργαζόμενου.

Πραγματικά στοιχεία ελευθερίας (χωρίς εισαγωγικά) περιέχοντα στο δικαίωμα του συνδικαλισμού και της συνδικαλιστικής πάλης, που βέβαια και αυτή η συνθήκη δεν αλλάζει το καθεστώς της εξάρτησης του εργαζόμενου από την εργοδοσία, δεν αλλάζει το καθεστώς εξουσίας του Κεφαλαίου έναντι της Εργασίας. .Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι ο συνδικαλισμός και κυρίως η συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητα πάλης ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου είναι μια κατάκτηση των εργαζομένων, των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων εν γένει η οποία έχει ενσωματωθεί στο αστικό σύνταγμα και είναι λειτουργική στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας.

Στο σημείο αυτό αξίζει να ειπωθεί ότι στη δημοκρατία η ελευθερία εκφράζεται και πιστοποιείται σε δυο επίπεδα.

1) Στη δημοκρατία οι πολίτες έχούν ένα ευρύ πεδίο ανάπτυξης δραστηριοτήτων που τα φέρνουν αντιμέτωπα με τους κανόνες και τις πρακτικές περιορισμού της ελευθερίας τους, αλλά και αξιοποίησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που το κυρίαρχο πολιτικό καθεστώς και οι δυνάμεις που το υπηρετούν αδυνατούν ή και εσκεμμένα αρνούνται τη συνεπή πραγμάτωσή τους. Αυτό συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που τα συλλογικά ταξικά και μαζί τα ιδιοτελή ατομικά συμφέροντα είναι ανταγωνιστικά, επομένως λογικά και πρακτικά είναι ασυμβίβαστα. Η μόνη λογική η οποία μπορεί να ισχύσει στον όποιον συμβιβασμό μεταξύ τους είναι η λογική του οικονομικά και πολιτικά. ισχυρότερου,. Σ αυτή τη χαρακτηριστική για την αστική δημοκρατία συνθήκη η «διευθέτηση» των διαφορών κατ ανάγκη ενισχύει τη θέση του ισχυρού, εφόσον το παιχνίδι παίζεται με υποχρεωτικό πλαίσιο αναφοράς το κυρίαρχο οικονομικό και κρατικό σύστημα. Στην περίπτωση αυτή ο βαθμός της ελευθερίας των αδύναμων είναι τόσος όσες είναι και οι θέσεις τις οποίες έχουν κατακτήσει με τους αγώνες τους έναντι των ισχυρών Στον καπιταλισμό κυρίαρχη και μαζί χαρακτηριστική μορφή σύγκρούσης των αδυνάτων έναντι των ισχυρών.. είναι η σύγκρουση των δυνάμεων της εργασίας με τις δυνάμεις του κεφαλαίού. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι η συνταγματική κατοχύρωση αυτής της συνθήκης αποτελεί ουσιαστικό δείγμα της ελευθερίας που διέπει το αστικό σύνταγμα και την αστική δημοκρατία. Με βάση αυτή τη συνθήκη αναπτύσσονται οι συνδικαλιστικοί διεκδικητικοί αγώνες των εργαζομένων, οι οποίοι μπορούν να περιορίσουν το βαθμό ή και τις μεθόδους εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Με αυτή την έννοια περιορίζουν την ασυδοσία τού καθεστώτος της ανελευθερίας, όμως δεν τo καταργούν.

Τόση είναι και η ελευθερία των επιλογών τους .Πάντως, οριζόμενη με ηθικούς όρους η ελευθερία είναι με το μέρος των εργαζομένων¨. Είναι με το μέρος των αδύνάτων, των αδικημένων και όχι με το μέρος των εκμεταλλευτών τους, με το μέρος των ισχυρών. Με δεδομένη αυτή τη συνθήκη η ισχύς δεν συμβαδίζει με την ηθική. Η ισχύς που βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπων δεν έχει ούτε ηθικό κύρος, ούτε ηθικά ερείσματα. Ειδικότερα εκεί που το καθεστώς της εκμετάλλευσης ανθρώπού από άνθρωπο βασίζεται στη μεγάλη ατομική ιδιοκτησία και στην αυξητική δυναμική της.

2) Ανώτερη βαθμίδα ελευθερίας, οριζόμενη με ηθικούς όρούς, εκπροσωπούν και πραγματώνουν όσοι αγωνίζονται συνειδητά και ανυποχώρητα για την κατάργηση του καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας της αλληλεγγύης ατόμων, συλλογικοτήτων και λαών, όπού η ελευθερία τον ενός δεν είναι εμπόδιο, δεν είναι φραγμός, αλλά προϋπόθεση για την ελευθερία των άλλων.

Με δεδομένη την αρνητική ιστορική εμπειρία και την παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για ουτοπία. Για όποιον αποδέχεται αυτή την άποψη θα έλεγα ότι δεν μπορεί να αρνηθεί την ηθική αξία, την ηθική δύναμη αυτής της ουτοπίας, με δυνητικές ή και πραγματικές πολιτικές προεκτάσεις, για κάποιες χώρες. Μέσα από αυτή την ουτοπία εκφράζεται η αρχή της οικουμενικής ανθρώπινης ηθικής, στην καρδιά της οποίας είναι η αρχή του ουμανισμού (ανθρωπισμού) σύμφωνα με την οποία το σημαντικότερο για τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από την εθνικότητά,, την ταξικότητα, τη θέση του στην κοινωνία, την ηλικία, το φύλλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία και την ιδιαίτερη πολιτιστική του ταυτότητα.

Η σύμπτωση ουτοπίας και ηθικής είναι πολιτικά λειτουργική;

Ωστόσο, θα πρέπει να πούμε ότι στην εποχή μας αυτή η σύμπτωση ουτοπίας και οικουμενικής ηθικής εκφράζει όσο ποτέ άλλοτε μια εσωτερική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτή η σύμπτωση έχει την αναφορά της στο γεγονός ότι το επίπεδο ανάπτυξης της ανθρώπινης δημιουργικότητας καθιστά την ουτοπία αυτή ιστορικά ρεαλιστική.

Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιστορία δεν διαμορφώνεται με τις αρχές και τη δύναμη της ηθικής, αλλά με τις αρχές και τη δύναμη της πολιτικής και της οικονομίας που καθορίζουν ανάλογα τις ανθρώπινες πράξεις και συμπεριφορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ηθική είναι αμέτοχη σ αυτή τη διαδικασία.

Με δεδομένη αυτή τη συνθήκη το πρόβλημα των ανθρώπων που πιστεύουν και αγωνίζονται γι αυτή την «ουτοπία» έχει να κάνει με την ανάγκη συνδυασμού της ηθικής με την πολιτική - γνωρίζοντας ότι η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να παραβιάζει τις αρχές και τις αξίες της ηθικής ή ακόμα και χωρίς να αποκλείεται η ολοσχερής ακύρωσή του ουμανισμού που είναι στη βάση της ηθικής.

. Η ηθική στο επίκεντρο της οποίας είναι ο ανθρωπισμός, δηλαδή το αίτημα προς τον καθένα να αντιμετωπίζει τον καθένα ως το σημαντικότερο, να τον αντιμετωπίζει ως αυταξία, ως σκοπό και όχι ως μέσο, είναι σε κάθε περίπτωση αντιμέτωπη με την πολιτική στη βάση της οποίας είναι ο αγώνας για την εξουσία και η άσκηση της εξουσίας, που είναι πάντα εξουσία πάνω σε ανθρώπους και όχι μόνον εξουσία πάνω στα πράγματα Και βέβαια η πολιτική δεν έχει ενδοιασμούς να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους ως μέσο για τους σκοπούς, για τις επιδιώξεις της.. Εξάλλου, εξουσία χωρίς βία είναι αδιανόητη και αδύνατη. Το ερώτημα είναι ο βαθμός, τα μέσα και η εμβέλεια άσκησης της βίας, καθώς και το ερώτημα : βία γιατί, για ποιον κοινωνικό και ιστορικό σκοπό, βία εναντία σε ποιον (σε ποιους) και για ποιον (για ποιους). Η άσκηση εξουσίας, η άσκηση βίας εναντίον ανθρώπων συνιστά καίρια παραβίαση της αρχής του ανθρωπισμού και κατ επέκταση παραβίαση της ανθρώπινης ελευθερίας όπως την ορίσαμε παραπάνω, αφού δεν αποτελεί προϋπόθεση αλλά εμπόδιο, φραγμό για την ελευθερία των άλλων, εκείνων που υπόκεινται τη βία.

Το πρόβλημα είναι ότι η ανατροπή τού καθεστώτος εξουσίας πάνω σε ανθρώπους, κατ ανάγκη προϋποθέτει την πολιτική και τη χρήση των μέσων της πολιτικής. Διότι όπως είπαμε η ιστορία δεν γίνεται με τη δύναμη της ηθικής αλλά με τη δύναμη της πολιτικής, στην οποία προσαρμόζεται η ηθική, η οποία και παραβιάζεται ή και καταργείται, τουλάχιστον ως προς κεντρικό της πυρήνα, τον ανθρωπισμό. Ειδικότερα στην περίπτωση που η πολιτική σύγκρουση οδηγεί στον πόλεμο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, σύμφωνα με τον Κλαούσεβιτς ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.

Είναι συμβατός ο πόλεμος με την ανθρώπινη ελευθερία;

Ο πόλεμος, ο κάθε πόλεμος, ακόμα και ο λεγόμενος δίκαιος πόλεμος συνιστά τη στέρηση της ελευθερίας ανθρώπων, ακόμα και τη στέρηση της ζωής τούς. Όμως, δεν θα πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι ο δίκαιος πόλεμος στοχεύει στην αποτροπή στέρησης της ελευθερίας ή και της ζωής μιας ανθρώπινης κοινότητας ή και ενός ολόκληρού λαού ή/ και στην ανάκτηση της χαμένης εθνικής ανεξαρτησίας του, πού είναι μια μορφή έκφρασης της ελευθερίας του, τουλάχιστον ως προς την εθνική πολιτιστική του ταυτότητα, που ο λαός τη βιώνει ως υπαρξιακή... απώλεια Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως ένας τέτοιος πόλέμος γίνεται κάτω από το σύνθημα Ελευθερία ή Θάνατος.

Όταν η προσπάθεια κατάργησης της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας ενός λαού βιώνεται ως πράξη κατάργησης της ανθρώπινης υπόστασής του, δηλαδή όταν βιώνεται ως συλλογικό υπαρξιακό ανθρώπινο πρόβλημα, τότε η έννοιες ζωή και θάνατος ορίζονται σε σχέση με την έννοια της ελευθερίας. Σ αυτή την περίπτωση . η πράξη της αυτοθυσίας βιώνεται από την κοινότητα, από το λαό, ως υπέρτατη μορφή ηθικότητας.

Οι επαναστάτες του 21 αγωνίστηκαν κάτω από τη σημαία Ελευθερία ή Θάνατος, με την πίστη και τη βεβαιότητα ότι πράττουν το ηθικό τους καθήκον απέναντι στον ελληνικό λαό, απέναντι στους καταπιεσμένους έλληνες που ζητούσαν την ελευθερία. .Ακόμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι βίωναν την πράξη τους ως ανθρώπινο χρέος, ότι , το έκαναν αυτό με τη πεποίθηση ότι ανταποκρίνονται στην ορθόδοξη χριστιανική ηθική, που εξ ορισμού θεωρείται ότι οι αρχές και οι αξίες της έχουν (πρέπει να έχουν) οικουμενική ισχύ, πιστεύοντας ότι μέσα από τις πράξεις τους καταξιώνονταν, ο «δημιουργός» του κόσμου και τού ανθρώπου. Κανένας δεν σκεφτόταν ή δεν τολμούσε - κάτω από εκείνες τις συνθήκες- να σκεφτεί (ή να θελήσει να μάθει) ότι και οι εχθροί, οι μωαμεθανοί τούρκοι πολεμούσαν εναντίον τους στο όνομα μιας τέτοιας ή παρόμοιας ηθικής και πίστης. Όμως, ας επαναλάβω ότι σε έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο η ηθική είναι πάντα με το μέρος εκείνων που αγωνίζονται για την ανεξαρτησία της χώρας τους, και για την εθνική ελευθερία του λαού τους. .Οφείλω βέβαια να πω ότι πράξεις εθνοκάθαρσης και μαζικών εκτελέσεων, κυρίως άμαχου πληθυσμού, ακυρώνουν την ηθική ανωτερότητα των «απελευθερωτών». Και μαζί την ιδιότητά τους ως φορέων της ελευθερίας.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσω ότι προσεγγιζόμενη η έννοια της ελευθερίας μέσα από την οπτική του ανθρωπισμού η λέξη θάνατος δεν δηλώνει μόνον την απόφασή του αγωνιστή για αυτοθυσία, δεν αφορά μόνον τη ζωή του, αφορά , πολύ περισσότερο, τη ζωή του εχθρού, αφού στον πόλεμο λειτουργεί η λογική και η πρακτική : ο θάνατος σου η ζωή μου. Αλλά και επειδή δεν πάει κανείς στον πόλεμο για να σκοτωθεί, αλλά για να σκοτώσει. Στο σημείο αυτό διαφοροποιούνται οι μουσουλμάνοι καμικάζι, που για να σκοτώσουν θα πρέπει απαραίτητα να σκοτωθούν, θα πρέπει να πεθάνουν.*

-----------------------.

  • Σημειώνω απλώς εδώ χωρίς να μπορώ να προχωρήσω στην ανάλυση- εξήγηση του φαινομένου των Ταλιμπάντ οι οποίοι αγωνίζονται στο Αφγανιστάν για την απαλλαγή της χώρας τους από την κατοχή ξένων δυνάμεων χωρίς αυτός ο αγώνας να μπορεί να χαρακτηριστεί με τους όρους της ελευθερίας, αφού κοινωνικός στόχος αυτού του αγώνα είναι η διατήρηση, η αποκατάσταση του καθεστώτος της ακραίας σκλαβιάς, ειδικότερα σε ότι αφορά τις γυναίκες, που η σκλαβιά συνοδεύεται ή και συνδυάζεται με τον απόλυτο ανθρώπινο εξευτελισμό τους, Το παράδοξο για το σύγχρονο φωτισμένο άνθρωπο είναι ότι οι Ταλιμπάντ βιώνουν αυτόν τον αγώνα ως αγώνα για την ελευθερία, μάλλον επειδή ο αγώνας αυτός γίνεται στο όνομα του Αλλάχ....Διατυπώνω την υπόθεση ότι ο αγώνας εναντίον εκείνου που πιστεύει και αισθάνεται κανείς ως το απόλυτο κακό βιώνεται ως αγώνας για την ελευθερία. Ειδικότερα αν αυτός ο αγώνας πιστεύεται ότι εκφράζει τη θέληση του απόλυτου καλού, εκφράζει τη θέληση του παντοδύναμου, παντογνώστη και δίκαιου Θεού... ¨Ετσι μάλλον εξηγείται το φαινόμενο οι βαρβαρότητες, ακόμα και το ξεκλήρισμα ενός ολόκληρου λαού να μην αφήνει στη συνείδηση των εκτελεστών ηθικά προβλήματα, να μην βιώνεται ως παθολογικό φαινόμενο. ¨Σπεύδω όμως να πω ότι όλες αυτές οι σκέψεις- υποθέσεις χρίζουν ειδικής μελέτης, για την οποία, εξάλλου, υπάρχει ερευνητικό υλικό. .......

-------------------------------------

Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει αβίαστα ότι ο αγώνας ( ο πόλεμος) του 1821 ήταν ένας αγώνας για την εθνικά οριζόμενη ελευθερία, ένας αγώνας για την εθνική απελευθέρωση, με στοιχεία κοινωνικής αναγέννησης και προόδου, στον οποίο αγώνα, όμως, κυριαρχούσε το πρώτο σκέλος αυτού του διπλού στόχου, ενώ το δεύερο σκέλος χαρακτήριζε κυρίως τη σκέψη των ιδεολόγων αυτού του αγώνα, τη σκέψη των στοχαστών (Κοραής Ρήγας Φεραίος και άλλοι) και λιγότερο τj καθόλού τη σκέψη των αγωνιστών, παρά μόνον κατά περίπτωση..

Γι αυτό μιλώντας με τους όρους της κοινωνικής φιλοσοφίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτός ήταν ένας αγώνας από κάτι και λιγότερο ήταν ένας αγώνας για κάτι. Η κοινωνική απελευθέρωση του λαού ήταν το αδύνατο σημείο αυτού του αγώνα. Ακόμα και η αναμενόμενη αγροτική μεταρρύθμιση έμεινε ανεκπλήρωτη. Το καθεστώς των κοτζαμπάσιδων έμεινε στην πράξη ανέπαφο. Η Ελλάδα απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό, χωρίς να μπορέσει να προχωρήσει αποφασιστικά στην πραγμάτωση των προοδευτικών ιδεών του διαφωτισμού. Χωρίς να μπορέσει ή χωρίς να θέλει να αυτοκυβερνηθεί ως μια καθ όλα ανεξάρτητη χώρα. Οι ηγέτες της χώρας αμέσως μετά την απελευθέρωση έσπευσαν να αναστηλώσουν τη βασιλεία, με έναν ξενόφερτο βασιλιά, αφού βιολογικά είχε ανακοπεί η συνέχεια των βασιλιάδων του Βυζαντίου (άδηλη αρχή πού λειτουργούσε στις συνειδήσεις ως θέσφατο). Ενώ οι οπλαρχηγοί, και ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έσπευσε να τον υποδεχτεί στο Ναύπλιο - μάλλον για τακτικούς λόγους.

.

Πάντως, η δημιουργία του νεοελληνικού κράτους με αστικούς όρους, παρά τις ανακολουθίες αυτής της ιστορικής διαδικασίας, ήταν μια κατάκτηση με αναμφισβήτητη ιστορική αξία και σημασία για τους "Ελληνες, ήταν μια εξέλιξη με σοβαρά στοιχεία πολιτικής ελευθερίας. ¨Όμως αυτή η διαδικασία δεν είχε τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνικής επανάστασης. Η εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση δεν εξελίχτηκε σε κοινωνική επανάσταση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για όλο το 19-ο αιώνα αυτή η εξέλιξη δεν είχε καν στοιχεία κοινωνικής απελευθέρωσης του εργαζόμενου λαού. Από αυτή την άποψη η εαμική εθνική αντίσταση ήταν η κορυφαία στιγμή στην νεοελληνική ιστορία. Είναι γνωστό ότι στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας το ΕΑΜ προχώρησε σε αλλαγές με σαφή τα στοιχεία της πολιτικής και της κοινωνικής επανάστασης.(βλέπε εφαρμογή του αναλογικού εκλογικού συστήματος, την πολιτική και κοινωνική ισότητα των γυναικών, το ρηξικέλευθο σύστημα αυτοδιοίκηση, τη δωρεάν παιδεία κλπ). Το εαμικό κίνημα συνέδεσε στη συνείδηση των αγωνιζόμενων και του λαού την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης με την ιδέα της κοινωνικής απελευθέρωσης, της κοινωνικής προόδου. Μάλιστα, ειδικότερα στις συνειδήσεις των νέων της ΕΠΟΝ η ιδέα της ελεύθερης πατρίδας συνοδεύτηκε με την ιδέα της οικουμενικής ελευθερίας. « Θέλουμε εμείς ελεύθερη πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά», τραγουδούσαν με πάθος οι επονίτες, αλλά και το εμπνευσμένο, από την ιδέα για τη βαλκανική ομοσπονδία του Ρήγα Φεραίου, τραγούδι με τον τίτλο Για σε πατρίδα μας Ελλάδα, με τους εξής στοίχους: «Αυτά που έγραψε ο Ρήγας/ έναν καιρό παλιό καιρό/ Οι Παρτιζάνοι στα Μπαλκάνια/ το κάνουν έργο ζωντανό. Θα φκιάξουμε μια κοινωνία/ Όλοι οι λαοί να ενωθούν/ Μίση παλιά και άλλες έχθρες/ παντοτινά να ξεχαστούν.» *

--------------------------------------------

* Βλέπε Μιχάλης Αλ Ράπτης, Η Εθνική Αντίσταση.... Επιλογή διακοσίων αντιστασιακών ποιημάτων και τραγουδιών. ΑΘήνα, 2003,

σελ. 174.

---------------------------------

Όμως, αν με την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και τη δημιουργία ( σε μια χρονική διάρκεια) του νεοελληνικού κράτους είχαν πραγματωθεί μερικές από τις ιδέες και τις επιδιώξεις της Φιλικής Εταιρίας, η ρηξικέλευθη ιδέα του Ρήγα Φεραίου για ομοσπονδία των λαών της Βαλκανικής που θα άνοιγε τους ορίζοντας για την αναζήτηση κοινής μοίρας των λαών της, χωρίς βίαιους εθνικισμούς, με αντίστοιχη διεύρυνση της εμβέλειας και του περιεχομένού της ελευθερίας, δεν έγινε πραγματικότητα. Βαθμιαία και μάλλον μεθοδικά κυριάρχησε ο εθνικισμός. Από τη στιγμή που η πολιτική διεξαγόταν με τους όρους του εθνικισμού, η επιδίωξή του Ρήγα για την υπέρβασή του είχε χάσει τα πραγματικά λαϊκά του ερείσματα, σε όλες τις βαλκανικές χώρες.

Η φιλελεύθερη και η μαρξιστική άποψη για την ανθρώπινη ελευθερία

Κατά την ανάπτυξη του θέματος έχω αναφερθεί στη γνωστή αρχή – άποψη σύμφωνα με την οποία η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.. Πρόκειται για άποψη η οποία λειτουργεί ως κανόνας συμπεριφοράς στη συνείδηση των ατόμων με φιλελεύθερες αντιλήψεις για τη στάση ατόμου προς άτομο. Θεωρείται αυτή η στάση ως κάτι το αυτονόητο για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής που πραγματώνεται με τους όρους του αλληλοσεβασμού μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς να θίγεται η αυτοτέλεια κανενός. Μάλιστα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο σεβασμός της ελευθερίας του άλλου λειτουργεί συγχρόνως και ως αυτοσεβασμός του καθένα ως κοινωνικού ατόμου. Άτομο που δεν σέβεται την ελευθερία του άλλου δεν είναι ώριμο κοινωνικό άτομο. Αυτή η αρχή λειτουργεί απέναντι στο άτομο ως αυτονόητη ηθική προτροπή, ως αξία η οποία χαρακτηρίζει το λεγόμενο πολιτισμένο άτομο. Με δεδομένο ότι, ειδικότερα στην εποχή μας, όλα τα αυτονόητα πρέπει να υποβάλλονται στην κριτική, θα επιχειρήσω σύντομα να σχολιάσω αυτή τη ρήση με τους όρους της κοινωνικής και της ανθρωπολογικής φιλοσοφίας, με αναφορά στην άποψη η οποία αντιλαμβάνεται την ελευθερία του ενός ως προϋπόθεση για την ελευθερία των άλλων.

Εξατομικευμένη ως ηθική προτροπή αυτή η φιλελεύθερη ρήση είναι σα να σου λεει . Κάνε ότι επιθυμείς φτάνει η πράξη σου να μην βλάπτει τον άλλο.

Δεχόμενοι ότι αυτή η προτροπή έχει καθολικό χαρακτήρα, απευθύνεται σε όλους, μπορούμε να πούμε ότι συνιστά θετική διατύπωση της γνωστής ρήσης: μην κάνεις στον άλλον ό,τι δεν θα ήθελες αυτός να κάνει σε σένα. Το ερώτημα είναι η εμβέλεια και η λειτουργικότητα , αυτής της γενικής αρχής.

Η εμβέλεια αυτής της αρχής είναι προφανής. Από την ίδια τη διατύπωση της

προκύπτει ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει το όριο της σχέσης ατόμου προς άτομο. Η υπέρβαση αυτής της σχέσης προσβάλει την αρχή. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η άποψη δεν αφήνει περιθώρια στη δυναμική της ελευθερίας. Με δεδομένη τη δυναμική, που είναι στη φύση της ελευθερίας, η εφαρμογή της στην πράξη συνιστά , ,στην καλύτερη περίπτωση, τη μερική ακύρωσή της. Δεν νοείται να είναι κανείς ελεύθερος με περιορισμούς!. ¨Όμως, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς σ αυτή τη θέση τη σκέψη ότι ο περιορισμός της ελευθερίας του ατόμου σ αυτή την περίπτωση δεν έχει το χαρακτηριστικό του εξαναγκασμού. Το άτομο έχοντας συνείδηση της κοινωνικότητάς του και του ηθικού χρέους του να σέβεται την ελευθερία του άλλου, αποφασίζει να περιορίσει τη δυναμική της ελευθερίας του. Ό,τι είναι συνειδητό δεν είναι ανελεύθερο- θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς επιγραμματικά την αντίρρησή του.

Όμως, όσο κι αν είναι ευλογοφανείς, αυτές οι αντιρρήσεις στερούνται σοβαρού υπόβαθρού, για τους εξής λόγους:

α) ο περιορισμός της ελευθερίας του ατόμου μπορεί να γίνει (ή ακόμα θα μπορούσα να πω είναι επιβεβλημένο να γίνει) στην περίπτωση που δεν θίγεται καίρια η προσωπικότητά του. Ο συνειδητός περιορισμός της ελευθερίας του εργαζόμενου έναντι του εργοδότη από τη θέληση του οποίου εξαρτάται ακόμα και η επιβίωσή του ή/ και η ανάδειξή του, θίγει καίρια την προσωπικότητά του. .Ο εργαζόμενος δεν έχει περιθώρια ελεύθερης επιλογής. Την αναγκαστική σχέση του με τον εργοδότη τη βιώνει ως στέρηση της ελευθερίας του, ή ακόμα και ως δουλεία. Σ αυτή την περίπτωση (που είναι και η πλέον χαρακτηριστική στην εποχή μας) η αποδοχή της ρήσης ότι η ελευθερία του ενός (του εργάτη) σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου (του εργοδότη,) είναι σαν να συναινεί συνειδητά στην διατήρηση και την αναπαραγωγή αυτής της κατάστασης ανελευθερίας. Με απλά λόγια: η ελευθερία του ενός, του εργοδότη, δεν σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου, του εργαζόμενου, αφού εκ των πραγμάτων η στέρηση της ελευθερίας του είναι στην ουσία αυτής της σχέσης και επηρεάζει τη στάση και των δυο μερών. Στον καπιταλισμό, εργοδότης που αγνοεί την ουσία αυτής της σχέσης είναι εξ ορισμού αποτυχημένος.. «Οφείλει» λοιπόν αν θέλει να διατηρήσει την ταυτότητά του, την προσωπικότητά του, ως εργοδότης, ως επιχειρηματίας, ως καπιταλίστας να διατηρεί με κάθε τρόπο αυτή τη σχέση,. Το κάνει αυτό και επειδή στον καπιταλισμό αυτό του προσδίδει κοινωνική αναγνώριση ή ακόμα και κοινωνικό κύρος. Γι αυτό φροντίζει ο μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης της κοινωνίας, μαζί και των εργαζομένων που στερούνται για λογαριασμό του, την ελευθερία τους. Κυρίως όσοι εργάζονται στα ΜΜΕ.

β) Σε μια κοινωνία, όπως ο καπιταλισμός, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο η φιλελεύθερη αρχή για την οποία εδώ γίνεται λόγος είναι ανεφάρμοστη. Η εφαρμογή της εξ ορισμού .αναιρεί τη σχέση εκμεταλλευτή – εκμεταλλευόμενου (καταπιεστή – καταπιεζόμενου). Η εμμονή για την καθολική εφαρμογή της θα ισοδυναμούσε με πράξη ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Έτσι εξηγείται η σπουδή του ιδεολογικού κατεστημένο να περιορίσει την ισχύ αυτής της αρχής στο επίπεδο της εξωεργασιακής καθημερινότητας.

γ) Όμως, , και στο χώρο της εξωεργασιακής καθημερινότητας η παραβίασή της είναι, σε μεγάλο βαθμό, ο κανόνας στις διατομικές σχέσεις.. Σε μια κοινωνία, όπως ο καπιταλισμός, στην οποία ο ανταγωνισμός αποτελεί βασική προϋπόθεση, αλλά και μέσο, για την κοινωνική επιβίωση και εξέλιξη των ατόμων ο σεβασμός της ελευθερίας του άλλου είναι εξ ορισμού αδύνατος και μη λειτουργικός. Όποιος σέβεται τις αντίθετες με τις δικές του επιλογές του άλλου δεν έχει καμία πιθανότητα να σταδιοδρομήσει. Οι εξαιρέσεις ενισχύουν αυτόν τον κανόνα. Το ατομικό συμφέρον και όχι ο σεβασμός του συμφέροντος του άλλου είναι ο κανόνας. . Η έννοια της αλληλεγγύης με αυθεντικό ανθρώπινο περιεχόμενο υπάρχει μόνον στη μεριά εκείνων που ως οργανωμένη συλλογικότητα αγωνίζονται εναντίον του καπιταλισμού. Στον καπιταλισμό η έννοια της αλληλεγγύης έχει ταξικό περιεχόμενο, όπως και η έννοια της ελευθερίας.

δ) Για όλους αυτούς τους λόγους η αρχή : η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, είναι εφαρμόσιμη μόνον στις περιπτώσεις που η παραβίασή της μπορεί να είναι βλαπτική και για τις δυο πλευρές : για εκείνον που έχει υποστεί την παραβίασή της αλλά (ενδεχομένως) και για εκείνον που την έχει παραβιάσει. Γι αυτό ο κατεξοχήν πρόσφορος χώρος στον οποίο αυτή η αρχή μπορεί να λειτουργήσει ως γενικός κανόνας για τη συμπεριφορά των ατόμων είναι ο χώρος στον οποίο αναφέρεται ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας. Βέβαια, είναι ευρύτερο το πεδίο ισχύος της. Μπορεί να λειτουργήσει ως αρχή για την αξιοπρεπή αντιμετώπιση συγκρουσιακών διατομικών ανθρώπινων καταστάσεων.. Ενδεικτικά η αξιοπρεπή διευθέτηση συγκρουσιακών καταστάσεων που έχουν να κάνουν με το διαζύγιο ενός ζευγαριού , που συνειδητά ο σύζυγος αναγνωρίζει το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής στη σύζυγο ή και το αντίθετο. Εξάλλου,, αυτή η αρχή μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και στην προσπάθεια ανεύρεσης αμοιβαία αποδεκτής υπέρβασης της σύγκρουσιακής κατάστασης, με τη διατήρηση του δεσμού, της οικογένειας. Πάντως, είναι περιορισμένη η εμβέλεια εφαρμογής αυτής της αρχής. Η γενίκευσή της προσβάλει την ίδια την αρχή.. Και είναι άξια ιδιαίτερης προσοχής η σπουδή αστών πολιτικών και ιδεολογικών φερέφωνων της εξουσίας οι οποίοι στο πνεύμα αυτής της αρχής καλούν τους εργαζόμενους που απεργούν να σεβαστούν, όπως λένε, το δίκιο των ανθρώπων στους οποίους με τη στάση τους αυτή δημιουργούν δυσκολίες στη ζωή τους. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη ήταν η προτροπή του σημερινού υπουργού δικαιοσύνης προς τους εργαζόμενους της Τράπεζας της Ελλάδας να σταματήσουν την απεργία τους λέγοντας ότι με τη στάση τους πλήττουν το δίκαιο τρίτων, δημιουργούν προβλήματα πληρωμών σε συνταξιούχους κλπ, επικαλούμενος (φαντάζομαι για τον ίδιο) το «αυτονόητο» ότι το δίκαιο του ενός σταματά εκεί που αρχίζει το δίκαιο του άλλου.

Δεν προχωρώ εδώ στο ιδιαίτερα κρίσιμο θέμα του μηχανισμού ιδεολογικής και ηθικής χειραγώγησης που δημιουργεί αυτή η παραλλαγή της αρχής για τα όρια της ελευθερίας του καθενός, που εδώ μας ενδιαφέρει. Περιορίζομαι να πω ότι η επίκληση σε αυτή την αρχή .είναι παραπλανητική .γιατί α) η απεργία ούτε προκύπτει ούτε αφορά τη σχέση μιας κατηγορίας εργαζομένων (πολιτών) απέναντι σε μια άλλη κατηγορία εργαζομένων (πολιτών) . Αφορά τη σχέση, τη διένεξη εργαζομένων με την εργοδοσία. Από το πως θα διευθετηθεί η μεταξύ τους διένεξη εξαρτάται και η μεγαλύτερη ή η μικρότερη ζημιογόνα επίπτωσή της απεργίας σε τρίτους. Μάλιστα, με δεδομένο το γεγονός ότι , σ αυτή τη διένεξη ο εργοδότης αποτελεί το ισχυρό σκέλος ,ο οποίος έχει το νόμιμο δικαίωμα να αρνηθεί ακόμα και να συζητήσει τα αιτήματα των εργαζομένων, είναι αυτή η στάση της η γενεσιουργός αιτία της όποιας αρνητικής επίπτωσης μπορεί να έχει η απεργία των εργαζομένων σε τρίτους. Το να ζητά κανείς (στην περίπτωσή μας αυτός ;είναι ένας κορυφαίος κρατικός λειτουργός) από τους εργάτες να σταματήσουν να διεκδικούν το δίκιο τους με το «επιχείρημα» ότι έτσι δυσκολεύουν τη ζωή κάποιων τρίτων, χωρίς να ζητά από την εργοδοσία την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τους, έστω ύστερα από έναν συμβιβασμό, με κάποιες υποχωρήσεις των εργαζομένων, είναι σαν να θέλει να βγει η εργοδοσία από αυτή τη διένεξη μονομερώς κερδισμένη. Είναι προφανές ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι ευνοϊκή για την εργοδοσία σε δυο επίπεδα.. Επιτρέπει στην εργοδοσία να εξακολουθεί απρόσκοπτα να επιβάλει τους όρους της απέναντι στους εργαζόμενους, ενώ συγχρόνως την βγάζει ηθικά αλώβητη από αυτή τη διένεξη. Αυτοί που βγαίνουν ζημιωμένοι και στα δυο επίπεδα είναι οι εργαζόμενοι. Πρόκειται για κατάχρηση της αρχής που αναφέρεται στα όρια της ελευθερίας του ατόμου, που αγνοεί το ουσιαστικό κοινωνικό, και ανθρωπολογικό περιεχόμενό της λέξης ελευθερία. σ αυτή τη σχέση.

Και αυτή η περίπτωση μας επιτρέπει να επισημάνουμε την αδυναμία αυτής της άποψης να αντιληφθεί το γεγονός ότι οριοθετώντας την ελευθερία του ατόμου, και τη σχέση ατόμου προς άτομο, με τη φράση «σταματά» και «αρχίζει» (: η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου) εξ ορισμού καταργεί τη δυναμική της έννοιας της ελευθερίας. Αδυνατεί να προσεγγίσει την ελευθερία ως εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου, που μας παραπέμπει στην ανθρωπολογική ουσία του ανθρώπου όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη δημιουργική δυναμική του ως causa sui, ως αιτία και δημιουργού του εαυτού του, της ανθρώπινης κοινωνίας, του ανθρώπινου πολιτισμού, που διαρκώς παραβιάζει τα όρια τα οποία ο ίδιος δημιουργεί.

Δεν είναι του παρόντος να προχωρήσω στην αναλυτική θεμελίωση αυτής της αλήθειας. Περιορίζομαι απλώς να πω ότι ο ατομισμός που χαρακτηρίζει τη φιλελεύθερη ρήση, δεν επιτρέπει να δει κανείς το κοινωνικό και το ανθρωπολογικό περιεχόμενο της ελευθερίας του ατόμου στη σχέση του προς τα άλλα άτομα, προς τους άλλους ανθρώπους. Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά με τη μαρξική άποψη σύμφωνα με την οποία «η ελευθερία του ενός δεν είναι εμπόδιο (φραγμός)αλλά προϋπόθεση για την ελευθερία των άλλων» (Βλέπε στα Οικονομικά- φιλοσοφικά Χειρόγραφα του Μαρξ). Σπεύδω όμως να πω ότι η εφαρμογή αυτής της ρήσης προυποθέτεςι μια άλλη κοινωνία μη –καπιταλιστική... Μια κοινωνία των «ελευθέρα συνεταιριζομένων ανθρώπων.»..

Ωστόσο μπορεί να υιοθετηθεί από τους ανθρώπους που αγωνίζονται για τη δημιουργία μιας τέτοιας κοινωνίας. Με αυτή την έννοια η ρήση του Μαρξ μπορεί να λειτουργήσει ως οργανικό στοιχείο του πολιτισμού αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι, βέβαια, (ως άτομα και ως συλλογικότητες) δεν αποτελούν το πρότυπο της κοινωνίας του μέλλοντος για την οποία αγωνίζονται. Αυτή η αντίληψη, εμποδίζει να δει κανείς ότι . όπως όλοι οι άνθρωποι, το ίδιο και αυτοί είναι τέκνα της σημερινής κοινωνίας, του σημερινού κόσμου, ο οποίος κόσμος , όμως, περικλείνει μέσα του τη δυναμική της υπέρβασής του. Αυτή τη δυναμική καλούνται αυτοί οι άνθρωποι να εκφράσουν προσθέτοντας σ αυτή την δική τους καθοριστική συμβολή, τη δική τους καθοριστική παρέμβαση.

Μετά από αυτές τις προεισαγωγικές παρατηρήσεις θα επιχειρήσω μία σύντομη αναλυτική παρουσίαση, έναν σύντομο σχολιασμό της μαρξικής ρήσης, της μαρξικής άποψης, η οποία εσωτερικευμένη από το άτομο λειτουργεί και ως κοινωνική και ανθρωπολογική προτροπή.:: :Είσαι αυθεντικός εκφραστής της ελευθερίας εφόσον με τα έργα σου, με στη στάση σου απέναντι στους ανθρώπους συμβάλεις στην από κοινού οικοδόμηση μιας λειτουργικής για τον καθένα κοινωνίας των ελεύθερα συνεταιριζομένων ανθρώπων. Με αυτή την έννοια εκφράζεις το βαθύτερο ανθρώπινο περιεχόμενο της έννοιας. Ελευθερία. Νομίζω ότι είμαι μέσα στο πνεύμα του Μαρξ λέγοντας ότι αυτό είναι το ανθρωπολογικό φιλοσοφικό νόημα της εν λόγω ρήσης.

Από μια αναλυτική προσέγγισή της μαρξικής άποψης προκύπτουν τα εξής χαρακτηριστικά της α) η θετική προσέγγιση της έννοιας της ελευθερίας. Ενδιαφέρει τί είναι και όχι τι δεν είναι ελευθερία,. Ο θετικός ορισμός της ελευθερίας περικλείνει μέσα του κατά ΄έναν φυσιολογικό λογικό τρόπο την απάντηση στο ερώτημα τι δεν είναι ελευθερία, β) το μέτρο της ελευθερίας του ενός (ατόμου) συναρτάται με το βαθμό που με το έργο, με τη στάση του συμβάλλει στην ελευθερία των άλλων. Όποιος αδιαφορεί για την ελευθερία των άλλων δεν νοείται ως ελεύθερος. άνθρωπος - ακόμα και αν έχει τη δυνατότητα να κάνει ότι γουστάρει -,για να χρησιμοποιήσω αυτή την κοινότυπη φράση, γ) η χρησιμοποίηση του πληθυντικού (σχέση όχι απλώς απέναντι σε ένα άλλο μεμονωμένο άτομο, αλλά σε όλους του άλλους) μας παραπέμπει στην αντίληψη ότι ή όλοι οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι ή κανένας δεν θα είναι ελεύθερος. Πρόκειται εδώ για την ελευθερία ως πανανθρώπινη αξία, Σ αυτή την αντίληψη ελεύθερος είναι όποιος αγωνίζεται για να αποκτήσει αυτή η αξία πανανθρώπινη κοινωνική έκφραση, πανανθρώπινο περιεχόμενο..

Με δεδομένη τηn πραγματικότητα του σημερινού κόσμου το ανθρώπινο περιεχόμενο της ελευθερίας είναι συνυφασμένο με την πάλη εναντίον κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης σε μακροκοιννωνικό και μικροκοινωνικό επίπεδο, ενάντια σε κάθε τι που προσβάλλει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων,, ενάντια σε κάθε μορφή αλλοτρίωσης που κρατά δέσμιους τους ανθρώπους (ανθρώπινα σύνολα ή και ολόκληρους λαούς) σε κατάσταση ανελευθερίας και βαρβαρότητας., σε κατάσταση οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής υστέρησης.

..

Από τα παραπάνω μπορεί κανείς να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι δυο αρχές μαρτυρούν δυο διαφορετικές αντιλήψεις για το άτομο και για την κοινωνία.. Η πρώτη, η φιλελεύθερη, μας παραπέμπει σε μια αντίληψη στην οποία το άτομο είναι αντιληπτό ως μια ανθρώπινη μονάδα και η κοινωνία ως ένα άθροισμα ατόμων που λειτουργεί ως οργανικό σύνολο, χάρη στην καθολική ισχύ αυτής της αρχής για τη σχέση κάθε ατόμου προς κάθε άτομο. Αυτό είναι το θεωρητικό μοντέλο από το οποίο αποκλίνει ουσιαστικά η πραγματικότητα. Έτσι, το κράτος καλείται να παίξει τον κυρίαρχο ρόλο για την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής, μαζί με το σύστημα ιδεολογικής αγωγής -χειραγώγησης του λαού..

Η μαρξιστική άποψη την οποία εκπροσωπώ στο θέμα αυτό. ορίζει το άτομο ως φορέα του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων, και την κοινωνία ως το καθολικά οργανωμένο σύνολο αυτών των σχέσεων, χωρίς να παραβλέπει την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του. (κάθε) ατόμου και την ιδιαιτερότητα του τρόπου οργάνωσης κάθε κοινωνίας. Στη μαρξιστική άποψη κυριαρχεί η ιδέα της κοινωνικότητας του ατόμου ενώ στη φιλελεύθερη η ιδέα της ατομικότητας που είναι αντιληπτή ως μοναδικότητα.. Η ρήση του Μαρξ επιτρέπει την ένωση αυτών των δυο οπτικών..

Επίμετρο

Ο προβληματισμένος αναγνώστης μπορεί διαβάζοντας αυτό το κείμενο να διαπιστώσει ότι σημαντικές πλευρές του θέματος ή έχουν θιγεί μόνον ή δεν έχουν καθόλου αναφερθεί, παρά μόνον παρεμπιπτόντως. Κι όμως χρίζουν ειδικής ανάλυσης στην οποία στα πλαίσια αυτού του άρθρου δεν ήταν δυνατό να το πράξω. Ωστόσο, έκρινα ότι θα ήταν σοβαρή έλλειψη αν δεν αναφερόμουν έστω επιγραμματικά σ αυτές. .

Δημιουργικότητα και ελευθερία

Στο πρώτο μέρος του άρθρου έχω αναφερθεί στον άνθρωπο ως αιτία του εαυτού του (causa sui), ως δημιουργό του κόσμου μέσα στον οποίο ζει. Και τον οποία διαρκώς αναπαράγει σε ανώτερα επίπεδα- όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε. Γι αυτή την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου έναντι των ζώων υπάρχει μεγάλή βιβλιογραφία, την οποία θα μπορούσε κανείς να συμβουλευτεί για την καλύτερη τεκμηρίωση αυτής της αλήθειας και για τη βαθύτερη κατανόησή της, στην οποία δεν υπάρχουν περιθώρια εδώ , έστω ενδεικτικά, να αναφερθώ – με τον ανάλογοι βέβαια σχολιασμό της Ωστόσο, εκτιμώ ότι είναι τόσο απτή αυτή η αλήθεια που και χωρίς αυτή την αναφορά μπορεί ο καθένας να την αποδεχτεί. Οι αλλαγές στον τομέα της τεχνολογίας, της επιστήμης, στον τρόπο ζωής, μαζί με τα προβλήματα που αυτές οι αλλαγές δημιουργούν, εξαιτίας του τρόπου που γίνονται και κυρίως εξαιτίας των ταξικών ή και των ιδιοτελών σκοπών που υπηρετούν, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι αυτή την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου.

Αυτό που χρίζει ειδικής αναφοράς και ανάλυσης – και για το θέμα αυτό υπάρχει αξιόλογη, φιλοσοφική κυρίως, βιβλιογραφία- είναι το γεγονός ότι οι αλλαγές στους όρους ζωής, που στην εποχή μας είναι στοιχείο της καθημερινότητας, οφείλονται κατά βάση στην ιδιότητα του ανθρώπου ως δημιουργικού όντος, που έχει το «χάρισμά» να αξιοποιεί παραγωγικά τον εγγενή δυναμισμό που υπάρχει στην ανθρώπινη δημιουργικότητα. Αυτό στην εποχή μας γίνεται συνειδητά από την οργανωμένη κοινωνία, αλλά και από τον επιχειρηματικό κόσμο. Το γεγονός αυτό καθιστά ατέρμονη την δημιουργικότητα του ανθρώπου, αλλά μαζί με αυτό καθιστά ατέρμονη και την ικανότητα παρέμβασής του στη φύση – την αξιοποίηση των φυσικών πόρων και νόμων για τους δικούς του σκοπούς. Ιδωμένο αυτό το φαινόμενο μέσα από την φιλοσοφική οπτική οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη δημιουργικότητα αποτελεί τη βάση της ανθρώπινης ελευθερίας, μαζί και τη βασική μορφή έκφρασής της.

Αποδεχόμενος κανείς αυτή την αλήθεια μπορεί, με τη βοήθεια της τυπικής, της απλής λογικής (αυτό πρέπει να τονιστεί), να οδηγηθεί άνετα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σύμπτωση ανάμεσα στην έννοια της δημιουργικότητας και της ελευθερίας, φτάνοντας μέχρι την απλοποιημένη διατύπωση ότι ελεύθερος είναι όποιος είναι δημιουργικός και δημιουργικός όποιος είναι ελεύθερος, Στη βάση αυτής της συλλογιστικής είναι η άποψη ότι

χάρη στη δημιουργικότητά του ο άνθρωπος, κατακτά καινούργιους κόσμους, γίνεται περισσότερο ελεύθερος, ολοένα και λιγότερο εξαρτάται από τις «τυφλές δυνάμεις της φύσης», ότι κατακτά τη φύση ή ακόμα ότι εξουσιάζει τη φύση.. Αυτή η άποψη μέχρι πρότινος ήταν κυρίαρχη στη φιλοσοφία της προόδου, από την Αναγέννηση και εντεύθεν, με κορύφωση την εποχή του Διαφωτισμού. Η άποψη αυτή είχε περάσει και στο μαρξισμό, ειδικότερα στην ιδεολογικο- πολιτική έκφρασή του.

Με την χρησιμοποίηση της επιστήμης ως αποφασιστικού συντελεστή της παραγωγής , η ανθρώπινη δημιουργικότητα έχει τεθεί στην υπηρεσία του κεφαλαιοκρατικού κέρδους, με τους όρους τους οποίους βάζει το ίδιο το κεφάλαιο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της άμεσης σχέσης δημιουργικότητας και ελευθερίας. Ακόμα και η επιστημονική φαντασία έχει χάσει αυτή την ιδιότητά της, κρινόμενη με τα κριτήρια του κεφαλαιοκρατικού κέρδους. Ο μόνος χώρος όπου η δημιουργικότητα και η ελευθερία διατηρεί ακόμα την άμεση σχέση της είναι η τέχνη. Η άλωση της τέχνης από την εμπορευματοποίηση, που επιχειρείται συστηματικά, μεθοδικά και επίμονα δεν μπορεί να καταργήσει την άμεση σχέση δημιουργικότητας και ελευθερίας που διέπει το έργο κάθε αληθινού καλλιτέχνη. Όμως στο επίπεδο της «κατανάλωσης» του έργου του αυτή η σχέση, σε πολύ μεγάλο βαθμό, έχει διαρραγεί ¨Όπου κυριαρχεί η εμπορευματική ματιά στην εκτίμηση του καλλιτεχνικού έργου εκεί η καλλιτεχνική δημιουργία χάνει το ουσιαστικό της στοιχείο, την ελευθερία, μαζί και την κοινωνική της λειτουργικότητα ως συντελεστή χειραφέτησης του ανθρώπου από κάθε μορφή αλλοτρίωσης. .

Ποτέ νωρίτερα στην ιστορία της ανθρωπότητας το φαινόμενο της αλλοτρίωσης δεν είχε γίνει σε τέτοια έκταση οργανικό στοιχείο της επιστημονικής δημιουργίας και εργασίας. Για τη φάση που διανύουμε, με κυρίαρχη την εξουσία του κεφαλαίου σε όλον τον κόσμο,. η επιστήμη αντί να λειτουργεί ως δύναμη κοινωνικής προόδου, και με αυτή την έννοια δύναμη απελευθερωτική του ανθρώπου, έχει τεθεί στην υπηρεσία της κοινωνικο-ιστορικής συντήρησης , ακόμα και στην υπηρεσία κατασκευής και λειτουργίας δομών και μεθόδων εκμετάλλευσης και καταπίεσης μεγάλων πληθυσμιακών συνόλων, στην υπηρεσία πολιτικών και μέσων βαρβαρότητας σε ευρεία κλίμακα...

Η σύγχρονη πολεμική βιομηχανία, οι σύγχρονες πολεμικές τεχνικές, με την τεράστια ερευνητική – επιστημονική υποδομή είναι έργο των επιστημόνων.. Εκατοντάδες χιλιάδες επιστήμονες είναι στην υπηρεσία του κεφαλαίου και των δομών λειτουργίας της εξουσίας του. .Στον σημερινό ερευνητή- επιστήμονα ο οποίος εργάζεται με τους όρους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (χρηματοδοτείται από τις δομές εξουσίας του κεφαλαίου) η σχέση ελευθερίας; και δημιουργίας στερείται της αυτοτέλειας; Η δυναμική της ελευθερίας της επιστημονικής σκέψης και έρευνας προσαρμόζεται και υποτάσσεται στη δυναμική της δημιουργικότητας που είναι από κάθε άποψη προσαρμοσμένη στους όρους και τους περιορισμούς τους οποίους βάζει το κεφάλαιο. Η αυτονομία του ερευνητή ούτε είναι δυνατή, ούτε μπορεί να έχει ερευνητικό αποτέλεσμα., ενώ το προϊόν της –κατά περίπτωση - ελεύθερης ερευνητικής δραστηριότητας είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να βρει αποδέκτη στην αγορά. Αυτό ισχύει για όλο το φάσμα των λεγόμενων θετικών επιστημών και της τεχνολογικής έρευνας. Ισχύει και .για τις κοινωνικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, όμως όχι στον ίδιο βαθμό. Βέβαια, η επιδίωξη του κεφαλαίου είναι η πλήρης άλωση και αυτού του χώρου.

Τη δυνατότητα απρόσκοπτου συνδυασμού δημιουργικότητας και ελευθερίας την έχουν μόνον εκείνοι οι λίγοι επιστήμονες οι οποίοι είναι στρατευμένοι πολέμιοι της εξουσίας του κεφαλαίου, Εκείνοι που έχουν επιλέξει (με όλες τις συνέπειες για τη ζωή τους : οικονομικές, αλλά και άλλες : αποκλεισμού τους από τη λεγόμενη «επιστημονική κοινότητα», από τα επιστημονικά περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας, από ακαδημαϊκές θέσεις ακόμα και με την απειλή της ζωής τους - για μερικές χώρες ) να θέσουν την ερευνητική τους ικανότητα και τις γνώσεις τους στην υπηρεσία των πολιτικών δυνάμεων που με συνέπεια πολεμούν την κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση και καταπίεση ανθρώπων και ολόκληρων λαών. Εκείνοι που αποκαλύπτουν και πολεμούν κάθε μορφή αλλοτρίωσης, εκμετάλλευσης, καταπίεσης και βαρβαρότητας. Όμως, σπεύδω να πω, ότι αυτό είναι δυνατό μόνον στις χώρες που το αντικαπιταλιστικό κίνημα είναι ισχυρό .Είναι δυνατό σε σχετικά ευρεία έκταση εκεί που ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς, με την ευρύτερη έννοια, είναι σημαντικά προωθημένος. Εκεί που το έργο τους (το ερευνητικό, το συγγραφικό ή και το εκπαιδευτικό) μπορεί να βρει ανταπόκριση στην κοινωνία. Εκεί που υπάρχουν οι στοιχειώδεις δυνατότητες χρηματοδότησής του. . Σ αυτούς η δημιουργικότητα και η ελευθερία βρίσκονται σε λειτουργική παραγωγική σχέση. Η δημιουργικότητα παράγει ελευθερία και η ελευθερία παράγει δημιουργικότητα. Είναι δυο «πλευρές», δυο εκφράσεις της ίδιας δυναμικής. Της δυναμικής που εκφράζει και υπηρετεί την προσπάθεια υπέρβασης των συνθηκών που αλλοτριώνουν τον επιστήμονα ηθικά και κοινωνικά, την υπέρβαση του καπιταλισμού. Στην πλειοψηφία τους αυτοί οι επιστήμονες ανήκουν στο χώρος; της Αριστεράς.. Βέβαια, αυτό προϋποθέτει τη δημοκρατική λειτουργία της Αριστεράς, μέρος της οποίας είναι η αναγνώριση στον επιστήμονα του δικαιώματος της αυτόνομης επιλογής του ερευνητικού του αντικειμένου και της απρόσκοπτης υποστήριξης και διάθεσης των ερευνητικών του ευρημάτων και πορισμάτων.

Ειδική περίπτωση αποτελούν οι φιλόσοφοι, των οποίων η ελευθερία έχει μόνον έναν φραγμό, την κοσμοθεωρία και τη μεθοδολογία που πρεσβεύει και εφαρμόζει ο καθένας στην προσέγγιση του αντικειμένου του και στην οργάνωση των σκέψεών του.. Αυτό επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο και το βαθμό του δεσμού ελευθερίας και δημιουργικότητας, καθώς και το βαθμό που το έργο του είναι παράγοντας πολιτιστικής αναβάθμισης του ανθρώπου, της κοινωνίας. Τέτοιο είναι χωρίς αμφιβολία το έργο στο επίκεντρο του οποίου είναι ο άνθρωπος ως αιτία και ως δημιουργός του εαυτού του, χωρίς την αναφορά ή τη δέσμευση από μια πέραν του ανθρώπου μεταφυσική άλλη δύναμη. Ως αρνητική περίπτωση ενδεικτικά αναφέρομαι εδώ στην περίπτωση ακαδημαϊκών λειτουργών στις ΗΠΑ που πασχίζουν επίμονα να αποδείξουν την ορθότητα της θεωρίας του λεγόμενου δημιουργισμού στην εξέλιξη του έμβιου κόσμου και του ανθρώπου, απορρίπτοντας τη θεωρία του Δαρβίνου, και των προωθημένων παραλλαγών της, με βάση και τις νέες ανακαλύψεις. Σ αυτή την περίπτωση η ΄έλλειψη πραγματικού αντικειμένου ακυρώνει την παραγωγική λειτουργία της ελευθερίας που πρέπει να διέπει τη σκέψη του επιστήμονα, του διανοητή. Για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο συνδυασμός της ελευθερίας ( που με μία έννοια υπάρχει κυρίως στο επίπεδο της φαντασίας) με την ερευνητική δημιουργικότητα. Αυτό οφείλεται και στο ότι η δημιουργικότητα αναγνωρίζεται μόνον ως ίδιον ενός υποτιθέμενου υπερφυσικού όντος (του Θεου), που «υπάρχει» πέραν του υπαρκτού κόσμου και του υπαρκτού ανθρώπου, με υποχρεωτικές τις επιλογές και τις αποφάσεις του γι αυτόν. .Όμως, δεν είναι .αυτό το φαινόμενο που χαρακτηρίζει το πρόβλημα της σχέσης ελευθερίας και δημιουργικότητας (ελευθερίας και δημιουργίας) στην εποχή μας.

Μια ιδιοτυπία της εποχής μας είναι ότι η δημιουργικότητα έχει αποκτήσει όσο ποτέ άλλοτε μια αυτονομία που αφήνει τον επιστήμονα αδιάφορο απέναντι στο κοινωνικό πρόβλημα της ελευθερίας αλλά και της δικής του ελευθερίας ως ερευνητή, ως διανοητή. Αυτό βέβαια δεν αφορά το σύνολο των ερευνητών, των επιστημόνων. Η αδιαφορία του έχει την εξήγησή της στο γεγονός ότι η δημιουργικότητα καθεαυτή συναισθηματικά – διανοητικά μπορεί να καλύψει πλήρως την προσωπικότητά του, με προέκταση και στην κοινωνική αναφορά της, φτάνει να υπάρχει κοινωνική αναγνώριση για το προσφερόμενο έργο του - αναγνώριση από την Πολιτεία.. Σημαντικό ρόλο στο θετικό αυτοπροσδιορισμό του μπορεί να παίξουν, και οι καλές αμοιβές, ο οικονομικά άνετος αξιοπρεπής τρόπος ζωής.

¨Ετσι, που στις περισσότερες περιπτώσεις να ουδετεροποιείται η ευαισθησία για τα προβλήματα του κόσμου, που υποφέρει και να μην γίνεται αντιληπτή από τον επιστήμονα η αδυναμία συνδυασμού αξιοπρέπειας και αλλοτρίωσης. Να θεωρεί δηλαδή ότι διάγει μια αξιοπρεπή ζωή, δηλώνοντας κατά καιρούς ότι δεν του είναι αδιάφορη η δυστυχία συνανθρώπων μας.. Αφού δεν θα βρείτε ούτε έναν επιστήμονα που να μην εκφράζει τη δυσφορία του για τα εκατομμύρια πεινασμένα παιδιά, για την απίστευτη δυστυχία εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο.... Δεν μιλώ εδώ βέβαια για τους πωρωμένους ρατσιστές που με τη μεγαλύτερη ευκολία, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και ψυχολογικές αναστολές, υιοθετούν πολιτικές εθνοκάθαρσης και καθολικής βαρβαρότητας εναντίον μεγάλων κοινωνικών πληθυσμιακών συνόλων. Σ αυτούς το καινοτομικό πνεύμα του επιστήμονα διακατέχεται από την απανθρωπιά. Η σχετική ιστορική εμπειρία είναι αμείλικτη η οποία βεβαιώνει το γεγονός ότι και η βάρβαρη καταστρεπτική πολιτική προϋποθέτει το καινοτόμο πνεύμα! Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι άνθρωποι με καινοτόμο μυαλό ήταν εκείνοι που συνέλαβαν, οργάνωσαν ή/και εκτέλεσαν το χιτλερικό σχέδιο εξόντωσης των εβραίων, με τη χρησιμοποίηση και της επιστημονικά οργανωμένης υποδομής των κρεματορίων.. Είναι πολλές οι ερευνητικές εργασίες που αναφέρονται και εξηγούν ΄ή επιχειρούν να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο. Και είναι πολύ περισσότερα τα λογοτεχνικά έργα που ασχολήθηκαν ως τώρα με αυτό το φαινόμενο.

Από όλα αυτά τα αποκαλυπτικά τεκμήρια και τις αναλύσεις για τα κίνητρα, την ιδεολογία και τις μεθόδους, που εφαρμόστηκαν, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε εδώ είναι ότι η ρατσιστική εκδοχή του εθνικισμού ή η εθνικιστική εκδοχή του ρατσισμού, που είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, αποτελεί πρόσφορο ιδεολογικό και ψυχολογικό έδαφος για την «αυθόρμητη» συμμετοχή μεγάλων τμημάτων του λαού, μαζί και μέρους της διανόησης, στην εφαρμογή μιας πολιτικής με κυρίαρχα τα στοιχεία της βαρβαρότητας. Αυτό συμβαίνει, συνήθως εκεί που αυτή η πολιτική υπόσχεται οικονομικά οφέλη, ενώ συγχρόνως ικανοποιεί στην πράξη την ανάγκη του εξουσιασμού πάνω σε άλλους λαούς, την οποία οι εθισμένοι στον εθνικιστικό ρατσισμό βιώνουν , θα μπορούσαμε να πούμε, ως έκφραση ελευθερίας.

Η αποσχέτιση της δημιουργικότητας από την ελευθερία στη νέα πραγματικότητα.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η νίκη εναντίον του ναζισμού, εναντίον του φασισμού, γενικότερα, ήταν ορόσημο για την εσαεί κυριαρχία της δημοκρατίας στον κόσμο. Της αστικής δημοκρατίας, αφού με την καθιέρωση και ανάπτυξη του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση η δημοκρατία των σοβιέτ που με το Λένιν εμφανίστηκε ως το πρότυπο μιας νέας μορφής ουσιαστικής δημοκρατίας για όλους τους λαούς του κόσμου, είχε εκφυλιστεί στην ουσία της και είχε μετατραπεί στο αντίθετό της, έτσι που και το αρχικό λενινιστικό πρότυπο είχε σε μεγάλο βαθμό χάσει την ελκτική του δύναμη, ενώ ΄για πολλούς είχε αρχίσει να λειτουργεί ως αρνητικό ή «έστω» ως μη λειτουργικό πρότυπο δημοκρατίας. Έτσι που στο σταλινικό καθεστώς (αλλά και στη σταλινική αντίληψη) ο συνδυασμός δημιουργικότητας και ελευθερίας που στην αντίληψη του Λένιν ήταν όρος για την ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας των σοβιέτ, της δημοκρατίας των συμβουλίων, στη σταλινική αντίληψη και πρακτική ήταν όχι μόνον αδύνατη αλλά και μη επιθυμητή. Η δημιουργικότητα, η καινοτομία, χωρίς την ελευθερία, εμφανίστηκε να είναι πιο αποτελεσματική για την τεχνολογική και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Λειτουργική γνώση, λειτουργική δεξιότητα για την κοινωνία, ακόμα και για την κοινωνική πρόοδο θεωρούνταν μόνο η κονστρουκτιβιστική γνώση. Η πολιτική και η κοινωνική κριτική θεωρήθηκε και αντιμετωπίστηκε ως βλαπτική για το μεγάλο βιομηχανικό αναπτυξιακό έργο της χώρας. Η κατάργηση της κριτικής σήμαινε εξ ορισμού την κατάργηση της ελευθερίας. Η ελευθερία ήταν νοητή μόνον στο επίπεδο της επιλογής των μέσων και των μεθόδων αποτελεσματικής εφαρμογής των επιλογών του κέντρου. Αυτό αφορούσε και τις επιλογές για τα αντικείμενα και για το σκοπό της έρευνας, σε όλα τα επίπεδα και τις μορφές έκφρασης της επιστήμης. Ωστόσο, ενώ στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες ο συνδυασμός δημιουργικότητας και ελευθερίας ήταν παντελώς αδύνατος, με εξαίρεση, ως ένα βαθμό, της ψυχολογίας*,

στις φυσικές επιστήμες, ειδικότερα στις επιστήμες, στην

------------------------------------

* Ο συνδυασμός της δημιουργικότητας (της; έρευνας) με την ελευθερία στις κοινωνικές επιστήμες είναι αδύνατος χωρίς το καθοριστικό στοιχείο της κριτικής του όλου, που αποτελεί προϋπόθεση για την ουσιαστική κριτική του μέρους, για την αυτόνομη ερευνητική προσέγγιση του συγκεκριμένου αντικειμένου το οποίο έχει επιλέξει ο ερευνητής, ο επιστήμονας.

-----------------------------------------------------------------------------------

επιστημονική έρευνα με αναφορά στις αναπτυξιακές επιλογές του κέντρου ο συνδυασμός δημιουργικότητας και ελευθερίας ήταν δυνατός, με τον όρο ότι ο επιστήμονας «έπρεπε» να είχε πάψει να αντιμετωπίζει κριτικά το όλο, δηλαδή να είχε πάψει να λειτουργεί με κοινωνικούς όρους ως προσωπικότητα με το δικαίωμα και τη δυνατότητα παρέμβασης στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Στερούνταν της δυνατότητας αυτόνομης κριτικής παρέμβασης στις διεργασίες για τις αναπτυξιακές επιλογές της χώρας, εφόσον η παρέμβασή του αμφισβητούσε τις επιλογές του κέντρου. Το «προτέρημα» παρέμβασης το είχαν μόνον οι επιστήμονες που αποτελούσαν το στενό κύκλο των συμβούλων της κεντρικής εξουσίας, όμως χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να κοινολογήσουν τις ιδιαίτερες δικές τους απόψεις και παρατηρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η σχέση δημιουργικότητας και ελευθερίας είχε χάσει το ουσιαστικό κοινωνικό και πολιτισμικό της χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η δημιουργικότητα χωρίς αυτό το ευρύτερο χαρακτήρα και περιεχόμενο της ελευθερίας και χωρίς την αυτονομία του επιστήμονα, είχε φτωχύνει, είχε χάσει το δυναμισμό της, με αρνητικές επιπτώσεις στην συνολική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η αστική δημοκρατία δεν μπορεί (ή και δεν θέλει;) να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το πρόβλημα της σχέσης ελευθερίας και δημιουργίας- δημιουργικότητας στο χώρο της επιστήμης –έρευνας. Από μια κριτική θεώρηση της συνολικής πραγματικότητας προκύπτει ότι η διάσταση δημιουργιοκότητας και ελευθερίας ή ο στρεβλός συνδυασμός τους;, που καταργεί την αυτονομία του επιστήμονα, κυριαρχεί στο σύγχρονο καπιταλισμό. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η εξαρτημένη εργασία είναι πλέον ένα καθεστώς που αφορά όλες τις ειδικότητες της επιστήμης και όλες τις μορφές της έρευνας αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, ανάλογα με το βαθμό αυτονομίας που μπορεί να έχει ο επιστήμονας, Αυτό αφορά ειδικότερα τους εκπαιδευτικούς της ανώτατης εκπαίδευσης στον τομέα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, όπου η άλωσή τους από το κεφάλαιο δεν έχει ολοκληρωθεί... Στους τομείς στους οποίους ο ερευνητής είναι πλήρως εξαρτημένος από το κεφάλαιο ( από τη μεγάλη επιχείρηση, πολυεθνική ΄ή όχι) η αυτονομία του είναι μηδαμινή έως παντελώς ανύπαρκτη. Αυτό, πέρα από την απόλυτη κυριαρχία του διευθυντικού επιτελείου (με κυρίαρχο το λόγο του διευθυντή, και κατ επέκταση του ιδιοκτήτη όπου αυτός δεν είναι συγχρόνως και διευθυντής) οφείλεται και στο γεγονός ότι η ανεργία περιορίζει σε μεγάλο, έως και σε απόλυτο βαθμό, τις επιλογές του επιστήμονα, του ερευνητή.

Το σύνδρομο και οι συνέπειες της ανεργίας

Η ανεργία στον καπιταλισμό ενισχύει αποφασιστικά το εξαρτησιακό καθεστώς των εργαζομένων σε όλους τους τομείς της παραγωγής, της εργασίας γενικότερα, με άμεση αρνητική επίπτωση στη σχέση δημιουργικότητας και ελευθερίας, την οποία ο επιστήμονας τη βιώνει, κυρίως, ως ένα καθεστώς περιορισμού ή και πλήρους ανυπαρξίας της αυτονομίας του, όσον αφορά τις επιλογές του, αλλά και την επιστημονική του σταδιοδρομία.

. Γνώρισμα του σύγχρονου καπιταλισμού είναι η ριζική αλλαγή του εργασιακού δυναμικού, από την άποψη του μορφωτικού του επιπέδου και των νέων ειδικοτήτων οι οποίες εισέρχονται στην παραγωγή, με την παράλληλη εξαφάνιση πολλών ειδικοτήτων της βιομηχανικής εποχής. Η επιστήμη λειτουργεί ως άμεση παραγωγική δύναμη. Η εκπαίδευση και η έρευνα αντιμετωπίζονται ως αποφασιστικοί παράγοντες της παραγωγής, της οικονομίας, αλλά και της οργάνωσης και λειτουργίας όλου του συστήματος. Η θέση του Φρανσις Μπέικον ότι η γνώση είναι δύναμη έχει γίνει καθεστώς. Αυτό αφορά πρωτίστως την επιστημονική γνώση. Αυτή η εξέλιξη επέτρεψε στους ιδεολόγους του συστήματος αναφερόμενοι στο σύγχρονο καπιταλισμό να μιλούν για Κοινωνία της Γνώσης. Δημιουργείται η εντύπωση ότι αυτό το ψευδεπίγραφο του σύγχρονου καπιταλισμού αφορά γενικά τη γνώση και ειδικά την καινοτόμα γνώση, γνώρισμα της οποίας είναι το κριτικό πνεύμα του φορέα της, του επιστήμονα, ο οποίος λειτουργεί ως αυτόνομα σκεπτόμενο και δρων δημιουργικό κοινωνικό ον.

Η εμπειρία (και οι σχετικές μελέτες που την απεικονίζουν) δεν δικαιώνει αυτή την ωραιοποιημένη εικόνα. Δεν υπάρχουν περιθώρια να προχωρήσω εδώ στην αναλυτική τεκμηρίωση αυτής της κρίσιμης διαπίστωσης. Θα περιοριστώ σε επιγραμματικές διατυπώσεις οι οποίες όμως είναι το καταστάλαγμα μιας γενικής θεώρησης της πραγματικότητας και των αντιφάσεων στις οποίες αμέσως παρακάτω θα αναφερθώ.

Το κεφάλαιο η ύπαρξη, η λειτουργία και η εξουσία του οποίου αποτελεί την πεμπτουσία του καπιταλισμού δεν ενδιαφέρεται γενικά για τη γνώση, μαζί και για την επιστημονική γνώση, παρά μόνον για τη λεγόμενη «ωφέλιμη γνώση», για τη γνώση η οποία είναι απαραίτητη για την παραγωγή κεφαλαιοκρατικού κέρδους και για τη λειτουργία και αναπαραγωγή του συστήματος. Κάθε άλλη γνώση ή είναι άχρηστη ή για λόγους αποφυγής πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων είναι ανεκτή. .. Αυτό το φαινόμενο από μόνο του πλήττει την ελευθερία της επιστήμης, καθώς και τη σχέση ελευθερίας και δημιουργίας

Υπάρχει και μια άλλη αντίφαση του σύγχρονου καπιταλισμού η οποία έχει άμεση σχέση με το θέμα μας. Η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η προώθηση των μεταπτυχιακών σπουδών εμφανίζεται από όλους, και από τους επικριτές του καπιταλισμού, ως δημοκρατική κατάκτηση.. Και είναι κατάκτηση, κρινόμενη από πολιτισμική άποψη. Ωστόσο, ο τονισμός αυτής της αλήθειας συνήθως δεν επιτρέπει να δει κανείς ότι στο σύγχρονο καπιταλισμό αυτό έγινε και γίνεται με την συγκατάθεση και την συμβολή του κεφαλαίου, που συνειδητά επιδιώκει την ανάδειξη από το ευρύτερο στρώμα των ανθρώπων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τους ικανότερους για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών σε εργασιακό δυναμικό με ανώτερη μόρφωση, αλλά και με μετραπτυχιακές σπουδές, καθώς και με εθισμό και ικανότητα για την έρευνα- κρίνοντάς το πάντα με τα δικά του κριτήρια της ωφέλιμης γνώσης. Το φαινόμενο αυτό περικλείνει μέσα του την αντίφαση ανάμεσα στην μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τον περιορισμένο αριθμό αποφοίτων που απαιτούνται για την παραγωγική λειτουργία του συστήματος – κρινόμενη με τους όρους του ανταγωνισμού.. ΄Έτσι έχουμε το νομοτελειακό φαινόμενο ένα μεγάλο μέρος των αποφοίτων να μην βρίσκει δουλειά, δηλαδή να αδρανοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημα ως δυνάμει δημιουργική επιστημονική συνιστώσα της κοινωνικής εξέλιξης, με αποτέλεσμα ένα μέρος από αυτό να έχει απολέσει αυτή την κεκτημένη ή και την εγγενή ικανότητά του.

Αυτή η κατάσταση λειτουργεί κατά έναν καθοριστικό και απόλυτο τρόπο για κείνους που μην μπορώντας να βρουν δουλειά η οποία είναι ταυτόσημη ή έστω κοντά στα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πιεζόμενοι από την ανάγκη της επιβίωσης, και μην έχοντας άλλους πόρους, παρά μόνον την εργατική τους δύναμη, την οποία και πρέπει να την πουλήσουν με τους όρους του κεφαλαίου, με τους όρους της αγοράς εργασίας, υποχρεώνονται να δουλέψουν σε δουλειές άσχετες με την ειδικότητα και τα ενδιαφέροντά τους. Με τον καιρό παύουν να έχουν την οποιαδήποτε επιθυμία και κυρίως την οποιαδήποτε ελπίδα να βρουν δουλειά σύμφωνη με την ειδικότητά τους και τα επιστημονικά τους ενδιαφέροντα. Αυτό το φαινόμενο, μαζί με τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει στην προσωπικότητα αυτών των ανθρώπων οι οποίοι με τον καιρό, για τους περισσότερους, έχουν χάσει το νόημα της ζωής τους, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τις φιλοδοξίες τους, οι οποίες – αυτό πρέπει να τονιστεί - είχαν ενθαρρυνθεί από το σύστημα το οποίο τους παρότρυνε να σπουδάσουν, και το οποίο μετά την αποφοίτησή τους εγκαταλείπει στο «έλεος» της αγοράς εργασίας. Πρόκειται για νομοτέλεια του σύγχρονου καπιταλισμού που λειτουργεί αρνητικά για όσους έχουν κτίσει τη σταδιοδρομία τους πάνω στα θετικά υποδείγματα των πετυχημένων τα οποία προβάλλονται ως εφικτά πρότυπα για τον καθένα, που μπαίνει αποφασιστικά στο στίβο του ανταγωνισμού, από τον οποίο είναι βέβαιο ότι πολλοί, ίσως οι περισσότεροι θα βγουν ηττημένοι.

Είναι προφανές ότι σ αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να λειτουργήσει η αρχή σύμφωνα με την οποία η ελευθερία του ενός είναι (θα πρέπει να είναι) προϋπόθεση και όχι εμπόδιο για την ελευθερία των ΄άλλων. Όμως, σ αυτές τις συνθήκες ούτε η φιλελεύθερη αρχή είναι δυνατό να λειτουργήσει, σύμφωνα με την οποία η ελευθερία του ενός σταματά (πρέπει να σταματά) εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Η λογική και η πρακτική του ανταγωνισμού΄ την καθιστά εξ ορισμού μη λειτουργική.

Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση ακυρώνει στην πράξη το ιδεολόγημα (το οποίο χρησιμοποιούν χωρίς ηθικό ενδοιασμό, ψευδόμενοι, όλοι οι αστοί πολιτικοί) ότι στη λεγόμενη Κοινωνία της Γνώσης, δηλαδή στο σύγχρονο καπιταλισμό, εφαρμόζεται για όλους η αρχή των ίσων ευκαιριών στη μόρφωση και στην κοινωνική σταδιοδρομία.

Το πρόβλημα της ανισότητας ευκαιριών, (αυτή είναι η πραγματικότητα) μας παραπέμπει στο κρίσιμο θέμα της σχέσης ισότητας και ελευθερίας, το οποίο επισημαίνω απλώς εδώ χωρίς να μπορώ στα πλαίσιο αυτής της μελέτης να ασχοληθώ μαζί του/.. Πρόκειται για θέμα το οποίο χρίσει ειδικής πραγματείας.. ..

.Θανάσης Βακαλιός tvakali@otenet.gr

Ηλιούπολη,Απρίλης 2008

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η σκέψη

Η σκέψη είναι κίνηση του νου

με άξονα τη φαντασία

Νους που απλώς κινείται

ως βιολογικός οργανισμός

δεν παράγει σκέψη

Παρέχει μόνον πληροφορία

Για ότι είναι αναγκαίο

για την επιβίωση

Η σκέψη είναι πάντα

υπέρβαση του πραγματικού

Είναι μετάβαση

σε έναν άλλον κόσμο ιδεατό

Σε έναν άλλον κόσμο πραγματικό

24.6. 2007

Ένα ποτάμι μνήμες και φωτός

Ποτάμι οι μνήμες

κατακλύζουν τη θύμησή μου

Μία, μία έρχονται οι εικόνες

από τη ζωή μας

Εκείνες που ήταν δομημένες

στη συνείδηση

αλλά κι εκείνες που ήταν

εγκατεστημένες

στο συναίσθημα και στο σώμα.

Κι είναι όλες φως

Το φως της ομορφιάς

της ανθρωπιάς και της αγάπης

Και συνθέτουν ξανά και ξανά

την εικόνα ενός γνήσιου ανθρώπου

Εφάμιλλου με τις μορφές

της ύψιστης τέχνης

του ωραίου και του αγαθού

Της αρετής και της χαράς

Του ανθρώπου που δίνει χαρά

Με την παρουσία του

Με το πηγαίο γέλιο του

Με το χάδι στο κεφάλι του παιδιού

Αλλά και με το σταθερό λόγο

του χρέους και της τιμής

της κατανόησης και της συγκατάβασης

Της περηφάνιας και του ανυποχώρητου

για ότι καταξιώνει τον άνθρωπο.

16. 9. 2003

Η ΩΡΑΙΑ ΣΟΥ ΜΟΡΦΗ

Η ωραία σου μορφή

με παρακολουθεί

κάθε στιγμή της ζωής μου.

Παρακολουθεί τη μνήμη

για τα περασμένα

Παρακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς μου

Παρακολουθεί την ψυχή μου

Την ύπαρξή μου παρακολουθεί

Την κρατά σε διαρκή ένταση

Σε διαρκή αναμονή

Αστήρικτη μα πραγματική

Ενσωματωμένη στη μνήμη

που πηγαίνει στο βάθος του χρόνου

αναζητώντας τις εκφράσεις του προσώπου σου

αναζητώντας το φως της ψυχής σου

.....................

Στο βάθος του χρόνου

μια αιώνια δέσμη φωτός

το πρόσωπό σου.

8. Σεπτεμβρίου 2004

ΦΥΛΑΓΕ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Φύλαγε το αίσθημα της αγάπης

βαθιά στην καρδιά σου

στα κύτταρα του σώματός σου

στην ανάσα της ύπαρξής σου

και θα έχεις συντροφιά ως το θάνατο

το αίσθημα της κατάφασης της ζωής

το ζωογόνο αίσθημα της μοναδικής

ύπαρξης του άλλου

ως τη συμπύκνωση του νοήματος της ζωής

και της χαράς της ζωής

που είναι η μήτρα της ευτυχίας

Ιούνης 1994

ΜΙΑ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ

Μια ηλιαχτίδα

μέσα από τη σχισμάδα της γρίλιας

του κλειστού παράθυρου

είναι μια σύσπαση του γέλιου που κρύβει μέσα της η φύση.

Είναι μια ακαθόριστη ελπίδα για χαρά

στην πλήξη που φέρνει το κλειστό παράθυρο,

που ποτέ δεν έχει ανοίξει.

Οι δείκτες του ρολογιού

Οι δείκτες του ρολογιού

που κρέμεται στον τοίχο

χτυπούν αδυσώπητα

κάνοντας την παρουσία

του κόσμου καταλυτική

Τικ –τακ, τικ –τακ, τικ -τακ

Έτσι βιώνει την ύπαρξη

του κόσμου

όποιος ζει

μόνος με τον εαυτό του

την πνικτική ηρεμία

του κλειστού δωματίου

Βιώνει τους μονότονους

χτύπους του ρολογιού

ως την παρουσία

μιας νεκρής αιωνιότητας

χωρίς αρχή και χωρίς τέλος....

Αυτός είναι αδιάψευστα

ο ρυθμός του κόσμου

που υπάρχει χωρίς εμάς

και για μας…

Μετρώ τους χτύπους

της καρδιάς μου

με τους χτύπους του ρολογιού

Διακρίνω ασυμμετρίες

Κι είναι αυτές που δίνουν

το ρυθμό της ζωής μου

Αυτή η απόκλιση

από τους ρυθμούς

του πραγματικού κόσμου

είναι η πηγή της έντασης

που νιώθω μέσα μου.

Μια αξεπέραστη ένταση

που έχει γίνει

ρυθμιστικό στοιχείο της ζωής μου

Μάης 2004 – Απρίλης 20

ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ

Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.

Κι εσύ δεν θα σωπάσεις,

κι ο κόσμος δεν θα πάψει να πονά και να ελπίζει..

Μην ανησυχείς, η ζωή θα τραβήξει το δρόμο της,

μέσα από το θάνατο και την ανάσταση

Μέσα από την καταστροφή και τη δημιουργία

Εξάλλου, η ζωή θρέφει το άπειρο

με καινούργιες ζωές, καινούργιες δημιουργίες

και καινούργιους θανάτους.

Η ζωή κουβαλά μέσα της το άπειρο

που είναι η αρχή και το τέλος της ζωής

Είναι η μήτρα του κόσμου μαζί με την αέναη κίνηση

που είναι η αναπνοή της ζωής και η εκπνοή της μαζί

Είναι η ίδια η πορεία της ζωής, μέσα στο χωροχρόνο

που είναι το ίδιο το άπειρο.

3.12.1993

ΣΥΝΘΕΣΗ

Μια πινελιά ριγμένη στον Ουρανό

είναι σαν μια σκέψη ριγμένη στο άπειρο

ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ

Κάτι μου συμβαίνει και ξεχνώ ν ανάψω το φως

όταν το σκοτάδι είναι πυκνό

Κι αντί γι αυτό ψάχνω επίμονα μέσα στο σκοτάδι

να βρω ό,τι μου λείπει.

Κάτι μου συμβαίνει,

μια παράδοξη αίσθηση κι ακόμα πιο παράδοξη παρόρμηση

με κάνει να θέλω να συνηθίσω να βλέπω στο σκοτάδι.

Είναι η παρόρμηση αυτή κάτι σαν το έπαθλο

μιας αφύσικης προσπάθειας να μάθω να βλέπω στο σκοτάδι

Μιας προσπάθειας που με παρακολουθεί χρόνια πολλά

χωρίς ούτε καλά - καλά να το ξέρω.

Θαρρείς και κάτι θέλει να μου πει :

Αν θέλεις να σε προσέξουν

και να σε εκτιμήσουν ως φωτισμένο άνθρωπο,

θα πρέπει να μάθεις να βλέπεις στο σκοτάδι

ό,τι οι άλλοι δεν μπορούν να δουν

ό,τι οι άλλοι θέλουν να δουν ή ό,τι υποψιάζονται ότι βλέπουν

Έτσι θα αποκτήσεις συμπάθειες και κοινωνική αναγνώριση

Η κοινωνία θα σε αμείψει

επειδή τη βοηθάς να βρει το δρόμο της, όπως νομίζει,

χωρίς να αρνηθεί το σκοτάδι.

Τη βοηθάς, όπως νομίζει, να βρει την αλήθεια,

που της υπόσχεται την αιωνιότητα...

Αλεξανδρούπολη 1993

Αγαπώ ότι έχασα

Αγαπώ ό,τι έχασα

κι ό,τι έχω πάψει ν αναζητώ

Γιατί όποιος ψάχνει

μέσα στο απόλυτο τίποτα

να βρει ό,τι έχει χάσει

αυτός τελικά χάνει

τον ίδιο του τον εαυτό

Ή τον βρίσκει...

Όμως αυτός είναι ο ίδιος

ο χαμένος εαυτός. του

11.2. 2005

Η ψυχή, τα μάτια, το σώμα και ο νους

Ψυχή κλειστή, εφτασφράγιστη

Μάτια ορθάνοιχτα, που βλέπουν

ότι δεν θέλουν να δουν

Ματιά στραμμένη στον έσω κόσμο

με την ελπίδα

να βρει ότι μπορεί να φέρει τη γαλήνη

στην ψυχή και στο σώμα

που ζητά τη δικαίωση

σε ένα άλλο σώμα, ανθρώπινα ερωτικό

Ψυχή αναστατωμένη, χωρίς συνοχή

Νους, που αναζητά τη χαρά

αναζητά το πάθος για τη ζωή

... κι είναι ακόμα στη φάση της αναζήτησης

απέλπιδα

με το άγχος της αναζήτησης κυρίαρχο...

Ηλιούπολη, 24. 10. 2004

Μια εικόνα από τα παλιά

Μια εικόνα από τα παλιά

του αγώνα και της ακαταμάχητης

ελπίδας

είναι σα μια νότα στο χρόνο

που δηλώνει την ένταση

από τη συνέχεια της ζωής

και την κίνηση εγκατεστημένη

μέσα στη μνήμη

που είναι η μήτρα της ζωής

του εσώτερου δικού σου κόσμου

2007

Διάχυση

Είναι της εποχής μας

γνώρισμα

που δεν μπορεί κανείς

να σκεφθεί

το καλό χωρίς το κακό.

Το καλό διαχέεται στο κακό

Μοιάζει να είναι

η άλλη πλευρά του

Το συμπλήρωμά του

όχι η άρνησή του.

Κι είναι ευτυχής όποιος

καταφέρνει

να ξεχωρίσει το καλό

από το κακό

γεμίζοντας χαρά

τον μέσα εαυτό του.

Όμως, αυτό είναι πάντα

παροδικό και πρόσκαιρο

Αφού είναι αδύνατο

ν απομονώσει κανείς το κακό

που διαχέεται παντού

και σκιάζει τη χαρά του ανθρώπου

της εποχής μας.

Ηλιούπολη 6.12.2005

Τα όνειρά μας (αδούλευτο)

Τα όνειρά μας

Έγιναν παρανάλωμα

Ενός άνισου αγώνα

Με πολύ αίμα και δάκρυ

Και μια μεγάλη Ελπίδα

Που θα φωτίζει

Τη σκέψη και το αίσθημα

Εκείνων

Που μπορούν να υψώσουν

Το ανάστημά τους

Στην αδικία και στο φόβο

Πιστοί στο όνειρο

Του αιώνιου ανθρώπου

Για έναν κόσμο της ελευθερίας

Της αλληλεγγύης και της αγάπης

Ηλιούπολη 14.6.2008

Η ιδανική και η πραγματική εικόνα του ανθρώπου

‘Αρθρο του Γιώργου Διζικιρίκι στο περιοδικό ΟΥΤΟΠΙΑ (τεύχος 34, Μάρτιος – Απρίλιος 1999), Θανάση Βακαλιού: Η ιδανική και η πραγματική εικόνα του ανθρώπου – Πραγματεία φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Ελληνικά Γράμματα, 1999

Χωρίς αμφιβολία ο καθηγητής Θανάσης Βακαλιός ανήκει σε μια ολιγάριθμη ομάδα ερευνητών της Φιλοσοφικής; Ανθρωπολογίας που ανανεώνει την προβληματική του ανθρώπου, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική οντολογική προσέγγιση.

Ο αιώνας μας – που φτάνει στο τέρμα του- αναδεικνύεται ι πραγματικά ριζοσπαστικός , με τις τόσες εμπειρίες του που έρχονται να προστεθούν στις εμπειρίες των προηγούμενων αιώνων. Είναι, εντούτοις, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, παρά τις ρηξικέλευθες και επαναστατικές θεωρίες φιλοσόφων και μελετητών (όπως ο συγγραφέας διαπιστώνει) , φανερώνεται μια πολύ χαρακτηριστική εξεικόνιση: « Δεν έχει κατορθωθεί ακόμα», γράφει ο Βακαλιός, «η δημιουργία μιας κοινωνίας του λογικού»,»ενός κόσμου του ανθρώπου ριζικά διαφορετικού από τον προηγούμενο (ή από τους προηγούμενους) ως προς την ανθρώπινη ποιότητά του. Και ο μελετητής αναρωτιέται : τί έφταιξε και τι φταίει για την αποτυχία τόσων και τόσων, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρών, προσπαθειών για τη δημιουργία ενός ανθρώπινου κόσμου, στον οποίο ο καθένας μπορεί να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή, χωρίς καταστροφικούς ανταγωνισμούς. Με απλά λόγια «έναν κόσμο της ανθρωπιάς για όλους και από όλους».

Στη διαπίστωση αυτή εκφράζεται νομίζω παραστατικά αυτό που ο μελετητής ονομάζει «ανθρώπινο πρόβλημα», μέρος του οποίου είναι το φαινόμενο της αλλοτρίωσης. Αντικείμενο, λοιπόν, της μελέτης του είναι το ανθρώπινο πρόβλημα όπως αυτό εμφανίζεται μέσα από τη συνολική εξέλιξη του ανθρώπου ως κοινωνικού και πολιτισμικού όντος, με έμφαση στην εποχή που δρομολογήθηκε με τη βιομηχανική επανάσταση, προέκταση της οποίας είναι η σημερινή εποχή.

Στη μελέτη αυτού του σύνθετου θέματος, που εκφράζεται με τον όρο «ανθρώπινο πρόβλημα», ο Βακαλιός αποφεύγει την άγονη μέθοδο που περιορίζεται στην ερμηνεία και το σχολιασμό διαφόρων απόψεων που έχουν διατυπωθεί από φιλοσόφους για τον άνθρωπο. Αναφέρεται σ αυτές τις απόψεις τόσο όσο εκτιμά ότι είναι απαραίτητο για να δικαιολογήσει την οντολογική προσέγγιση του θέματός του.

Έτσι, αφού διαχωρίσει τη θέση του από τις διάφορες ιδεαλιστικές ερμηνείες της έννοιας της οντολογίας και από τις αντίστοιχες εφαρμογές της στη μελέτη του ανθρώπου, διατυπώνει τη δική του άποψη την οποία και εφαρμόζει με συνέπεια σε όλο το βιβλίο του. «Δεσπόζουσα οπτική του βιβλίου είναι», λέει ο συγγραφέας, «η οντολογική κοινωνική οπτική. Αυτό σημαίνει ότι αντιμετωπίζω τον άνθρωπο , ως κοινωνικό ον, μαζί με τις ανθρωπολογικές καταβολές και προεκτάσεις του. Κοινωνική και ανθρωπολογική ουσία του ανθρώπου σ αυτή την αντίληψη είναι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος του ανθρώπου εκλαμβανόμενου ως οντολογική ειδολογική οντότητα. Αυτό συνιστά τομή σε σχέση με την κυρίαρχη οπτική και επιτρέπει τη δημιουργική υπέρβαση της αδυναμίας της φιλοσοφίας να συλλάβει το πρόβλημα άνθρωπος και το ανθρώπινο πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις» (σελ. 38). Για να προσθέσει αμέσως ότι χρησιμοποιεί την έννοια της οντολογίας όχι ως ένα αύταρκες εργαλείο στη μελέτη του ανθρώπου, αλλά σε συνδυασμό με τις έννοιες της ολότητες, της ιστορικότητας και της διαλεκτικής, έτσι που όλες μαζί αυτές οι έννοιες και η αντίληψη την οποία καλύπτον αποτελούν τον πυρήνα της μεθοδολογίας με την οποία αντιμετωπίζει το αντικείμενό του (σσ.36 – 37).

Αυτή η προσέγγιση του επιτρέπει να διαφοροποιηθεί όχι μόνον από τις ιδεαλιστικές απόψεις , οι οποίες; Στον ορισμό του ανθρώπου τονίζουν μονομερώς τη νόηση, την πνευματικότητά του, αντιδιαστέλλοντάς την συνήθως; Με τη σωματικότητα ή και με τους υλικούς κοινωνικούς του προσδιορισμούς, αλλά και από την ανθρωπολογική οπτική που ορίζει την ουσία του ανθρώπου με καθαρά φυσικούς όρους, ενδιαφέρεται μόνον για τη «φυσική» φύση του ανθρώπου, καθώς και από την στενόκαρδη κοινωνιολογική οπτική, που στον ορισμό του ανθρώπου (στην αντίληψή της για τον άνθρωπο) αδιαφορεί για τους φυσικούς του προσδιορισμού ή τους αγνοεί παντελώς.

Στην αντίληψη του Βακαλιού ο άνθρωπος ως ειδολογική ύπαρξη προσδιορίζεται συγχρόνως από τη «φυσική» του φύση και από την κοινωνική του φύση με κυρίαρχη και καθοριστική τη «δεύτερη», δηλαδή τους κοινωνικούς του προσδιορισμούς – αντιλαμβανόμενος την κοινωνία ως ιστορική κατηγορία. Σ αυτό, κατά τη γνώμη του, έγκειται η μελέτη του ανθρώπου από τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του (σσ.243 -244).

Δεν πρόκειται για μία άποψη η οποία προκύπτει από την κριτική διαφορετικών με τη δική του απόψεων, για μια άποψη που κινείται στο πλαίσιο της φιλοσοφικής εννοιολόγησης. Αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, δεν θα άξιζε την ιδιαίτερη προσοχή μας. Τέτοιες μελέτες; Αφθονούν στο χώρο της φιλοσοφίας.

Η άποψή του για την ουσία και τη φύση του ανθρώπου προκύπτει από τη μελέτη των ερευνητικών και των εμπειρικών κατασταλαγμάτων της ιστορίας του ανθρώπου, καθώς και από τη μελέτη των πρώτων αξιόπιστων αποτελεσμάτων της σύγχρονης βιολογίας (της γενετικής και της επιστήμης του νευρικού συστήματος), η οποία σε πειραματική βάση μιλά τώρα πλέον για την οργανική σχέση εγκεφάλου και νόησης.. μάλιστα, διερευνά σε πειραματική βάση τον προσδιορισμό των διαδικασιών στον εγκέφαλο που σχετίζονται με την ανθρώπινη συνείδηση.

Ο Βακαλιός τονίζοντας τη σημασία που έχουν αυτές οι έρευνες γι τη φιλοσοφία διαχωρίζει τη θέση του από την τάση του βιολογισμού στη μελέτη του ανθρώπου, στον ορισμό του ανθρώπου και της ουσίας του ανθρώπου. Αυτό νομίζω ότι είναι προφανές από τα όσα έχω πει παραπάνω. Ωστόσο, περισσότερο σαφής είναι στο κεφάλαιο στο οποίο ασχολείται με τις βασικές ιδιότητες του ανθρώπου, που είναι: η εργασία (δημιουργικότητα),η νοημοσύνη (διανοητικότητα – συνείδηση), η κοινωνικότητα, η καθολικότητα και η ελευθερία, στις οποίες στην πορεία εξέλιξης του ανθρώπου, «προστέθηκε» και η ηθικότητα.

Η οντολογική οπτική (όπως αυτή προσδιορίστηκε παραπάνω) που εφάρμοσε ο Βακαλιός στη μελέτη του ανθρώπου και του ανθρώπινου προβλήματος του επέτρεψε να δει βαθύτερα τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις βασικές ιδιότητες του ανθρώπου (ο Μαρξ τις ονομάζει «ουσιώδεις δυνάμεις») και στη διαλεκτική της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου. Από τη γενική θεώρηση αυτής της εξέλιξης που επιχειρεί προκύπτει ότι :

1) Αυτές οι ιδιότητες οι οποίες υπάρχουν δυνάμει μέσα στον άνθρωπο , μεταρέπονται σε ιδιότητες ενεργεία μέσα στην κοιννωία,η οποία γίνεται αντιληπτή ως ιστορική κατηγορία

2) Η ιστορία πραγμάτωσης αυτών των ιδιοτήτων είναι η ιστορία του ανθρώπινου είδους, είναι η ιστορία της ανθρωπότητας.

3) Ο άνθρωπος εισερχόμενος στη φάση του πολιτισμού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη δρομολόγηση μιας ατέρμονης διαδικασίας ανάπτυξης των βασικών του ιδιοτήτων, των ουσιωδών του δυνάμεων.

4) Η ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων του ανθρώπου στο κύλισμα της ιστορίας συνιστά την ανάπτυξη της ουσίας του ανθρώπου με κυριότερο «όχημα» τη δημιουργικότητα. Ο άνθρωπος ως homo faber και ως homo sapiens εξελίχθηκε σε πολιτισμικό ον χάρη στη δημιουργική του ικανότητα. Αυτή ήταν η βάση για την ανάπτυξη των άλλων ιδιοτήτων. Ωστόσο, το περιεχόμενο, η δυναμική και η κοινωνική λειτουργικότητα των ιδιοτήτων του εξαρτήθηκε α) από την ερμηνεία που έδινε (και δίνει) η εκάστοτε κοινωνία στις ιδιότητες αυτές, β)από τις προϋπόθεσης που η κοινωνία δημιουργεί για την απρόσκοπτη ανάπτυξή τους, με κυρίαρχο γνώμονα την ωφελιμότητά τους ή την αντίληψή της για την ωφελιμότητά τους (για τα άτομα που ασκούν την εξουσία ή και για ολόκληρη την κοινωνία) και γ) από την αντοχή που μπορεί να προβάλλει το κατεστημένο σύστημα εξουσίας ή και η οργανωμένη κοινωνία γενικότερα, αλλά και τα άτομα που την απαρτίζουν, στη δυναμική της ανάπτυξής τους η οποία τυείνει να υπερβεί ή και να σπάσει τους κοινωνικούς φραγμούς που εμποδίζουν την απρόσκοπτη ανάπτυξη αυτής της δυναμικής. Οι ανακαλύψεις του Ήρωνα (και πολλών άλλων) στην Αλεξάνδρεια δεν λειτούργησαν κοινωνικά, γιατί δεν υπήρχε κοινωνική ζήτηση. Τα παραδείγματα είναι άπειρα σχετικά με τους περιορισμούς στην ανάγκη για ελευθερία που έβαζαν στα δημιουργικά άτομα τα εκάστοτε εξουσιαστικά κατεστημένα, αλλά και τα κοινωνικά σύνολα.

5) Δεχόμενοι ότι οι βασικές ιδιότητες πραγματοποιούμενες συνιστούν την ουσία του ανθρώπου, μπορούμε να δεχτούμε την άποψη ότι η μελέτη της συνολικής εμπειρίας του ανθρώπινου πολιτισμού βεβαιώνει ότι δεν υπήρξε ως τώρα και δεν υπάρχει και τώρα αντιστοιχία ανάμεσα στα διάφορα στάδια ανάπτυξης του πολιτισμού και στις δυνατότητες των ατόμων (όλων των ατόμων) να αναπτύξουν τις ανθρώπινες ιδιότητές τους. Επομένως, να αναπτύξουν την ανθρώπινη ουσία τους.

6) Ότι η πλήρης ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων από όλα τα μέλη της κοινωνίας δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε μια κατάσταση κοινωνικής ναι ανθρωπολογικής αυτοπραγμάτωσης, που να εγγυάται την υπέρβαση του ανθρώπινου προβλήματος εφόσον η ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων δεν συνδυάζεται με την ανάπτυξη ων κοινωνικών δομών και τη δημιουργία μιας κοινωνικής κουλτούρας, εσωτερικευμένης από όλα τα άτομα, που επιτρέπει το συνδυασμό της αρχής της ορθολογικότητας με την αρχή του ανθρωπισμού σε όλες τις μορφές έκφρασης και λειτουργίας της κοινωνίας, καθώς και στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων ως ειδολογικών υπάρξεων.

Αυτό όμως είναι αδιανόητο χωρίς την ανάπτυξη της ηθικής συνείδησης, η οποία καθιστά τα άτομα ικανά να δημιουργήσουν αυτή την κοινωνία και να της δώσουν σάρκα και οστά μέσα από την κοινωνική τους συμπεριφορά, μέσα από τον κοινωνικό ή και τον ατομικό τρόπο ζωής τους. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνον σε μια κοινωνία που ο ανθρωπισμός αποτελεί φυσιολογική (άρα αυτονόητη) μορφή αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου ως κοινωνικού ατόμου και ως ειδολογικής ύπαρξης συγχρόνως. Αλλιώς, η ανάπτυξη των βασικών ιδιοτήτων, με κυρίαρχη την ιδιότητα της δημιουργικότητας, χωρίς την ύπαρξη του καθολικού ανθρωπιστικού πλαισίου αναφοράς, το οποίο να λειτουργεί ως μια εσωτερική δύναμη του καθενός, μπορεί να απειλήσει τη συνοχή της κοινωνίας σε σημείο που να μπορέσει να απειλήσει την ίδια την ύπαρξή της ,άρα την ίδια την ύπαρξη του είδους.

Στην «ακραία» αυτή διαπίστωση – υπόθεση μπορούμε να οδηγηθούμε παρακολουθώντας την εξέλιξη του καπιταλισμού, με έμφαση στη σημερινή μορφή λειτουργίας και κοινωνικής έκφρασής του.

Απ αυτή την ανάλυση, με αναφορά πάντα στην πραγματικότητα, προκύπτει αβίαστα το βαρυσήμαντο συμπέρασμα από κάθε άποψη, θεωρητική και πρακτική, ότι «στην εποχή μας το αίτημα συνδυασμού του ορθολογισμού με την αρχή του ανθρωπισμού έχει πάψει να είναι απλώς μια υπόδειξη ή προτροπή της φιλοσοφίας. Είναι πλέον ένα καθολικό αίτημα, το οποίο προκύπτει από την εκτίμηση ότι, αν η ανθρωπότητα δεν προχωρήσει με στόχο στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού ικανού να κάνει πράξη αυτό το αίτημα, τότε η χωρίς όρια δημιουργικότητα που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και ενισχύει τη λογική του, μπορεί να την οδηγήσεις την αυτοκαταστροφή» (σελ.457).

Το βιβλίο του Θανάση Βακαλιού είναι ένα οιστρήλατο έργο με πολλαπλές αναφορές και νύξεις, που μας υποχρεώνει να σκεφτούμε πάνω στις διαπιστώσεις, στο πολυδιάστατο πλέγμα των σκέψεών του, που εδώ στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου, δεν είναι δυνατό να το αξιολογήσουμε με επάρκεια.

Τελειώνω αναφερόμενος στην παρατήρησή του για το κυρίαρχο φαινόμενο της αυταρέσκειας της; φιλοσοφίας στη μεδλέτη του ανθρώπου. Ο συγγραφές του βιβλίου εφιστά την προσοχή όσων ασχολούνται με τη μελέτη του ανθρώπου στο γεγονός πως, 1) ό,τι έχει πει η φιλοσοφία για τον άνθρωπο, ειδικότερα το φιλοσοφικό ρεύμα από το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, που αποτελεί και σήμερα το κυρίαρχο ρεύμα στη φιλοσοφία του ανθρώπου (με άμεση επίπτωση και στην παιδαγωγική αντίληψη για τον άνθρωπο), έχει υποστεί την κριτική της εξέλιξης του πολιτισμού και της επιστήμης, 2) ότι οι μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις που αναφέρονται στον άνθρωπο, ιδιαίτερα οι ανακαλύψεις της σύγχρονης βιολογίας ( (της γενετικής και της επιστήμης του νευρικού συστήματος) , αμφισβητούν την αυτονόμηση του πνεύματος ως μιας αυτοκαθοριζόμενης οντότητας, γενικά αμφισβητούν το διαχωρισμό σώματος (εγκέφαλου) και πνεύματος, σώματος και ψυχής. Θεωρούν αυτή την ιδεαλιστική αντίληψη ερευνητικά αντιπαραγωγική ενώ συγχρόνως τονίζουν (και αποδεικνύουν ερευνητικά) την παραγωγικότητα της υλιστικής αντίληψης στη μελέτη του ανθρώπου, εμπλουτίζοντάς την συγχρόνως με νέα στοιχεία, 3) ο μελετητής εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η φιλοσοφία (εκτός από περιπτώσεις φιλοσόφων) δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί από μόνη της να απαντήσει στα ερωτήματα που η ίδια θέτει για τον άνθρωπο, 4) ότι από τις επιστήμες του ανθρώπου αμφισβητείται η κυρίαρχη τάση να εμφανίζεται η φιλοσοφία ως η μόνη , τάχα, που μπορεί να μιλήσει με έναν αυθεντικό τρόπο για τον άνθρωπο, τη φύση και την ουσία του, και 5) ότι η διεπιστημονική έρευνα με την ουσιαστική συμβολή της φιλοσοφίας είναι ο πλέον ενδεδειγμένος μελέτης του ανθρώπου και του ανθρώπινου προβλήματος.

Αυτές οι καταλήξεις του μελετητή είναι πιστεύω άξιες μεγάλης προσοχής.

ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ (στο βιβλίο του Μίκλος Κουν ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ, εκδόσεις Θεμέλιο)

Για το Μπουχάριν στην Ελλάδα γνωρίζουμε μόνον δύο πράγματα. Ότι υπήρξε ένας από τους θεωρητικούς του μαρξισμού στη Ρωσία και μαζί ένας μπολσεβίκος ηγέτης του ΚΚΣΕ, αλλά και της Κομιντέρν ( Κομμουνιστικής Διεθνούς), ο οποίος, μετά την κόντρα του με το Στάλιν, το 1928, μεθοδικά πολεμήθηκε από αυτόν και τελικά οδηγήθηκε στο δικαστήριο του Βισίνσκι, σε μια από τις μεγάλες δίκες, στη δίκη Μπουχάριν, ότι καταδικάστηκε εις θάνατο , με πολλούς άλλους πρώην συντρόφους του και εκτελέστηκε . Γνωρίζουμε επίσης, από σχετικές δημοσιεύσεις και τη διαθήκη του για τις επόμενες γενιές των μπολσεβίκων ηγετών, την οποία ζήτησε από τη γυναίκα του να την αποστηθίσει. Τίποτα περισσότερο δεν γνωρίζουμε για την πορεία του ως νέου σπουδαστή, που τον έφερε μέσα από τους αγώνες εναντίον του τσαρισμού στις γραμμές της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας του καιρού του και τελικά στους μπολσεβίκους - μια επιλογή που σημάδεψε τη ζωή του ως τον θάνατο.

Από το συγγραφικό του έργο είναι γνωστό κυρίως σε μας το Αλφάβητγο του κομμουνισμού, που συνέγραψε με τον Πρεομπραζένσκι, το οποίο για όλη τη δεκαετία του 1920 ήταν, και για τους Έλληνες κομμουνιστές και για όσους ήθελαν να μάθουν, όπως λέμε, τα βασικά για τον κομμουνισμό, ένα από τα βασικότερα αναγνώσματα. Μάλιστα, διαβάζετε ακόμα και σήμερα από έναν μικρό κύκλο ατόμων που ανήκουν στην εξωκοινοβουλευτική κομμουνιστική – λενινιστική αριστερά. Το υπόλοιπο θεωρητικό και συγγραφικό έργο του, είναι, απ ό,τι γνωρίζω, γνωστό σε έναν πολύ στενό κύκλο ανθρώπων ή θα μπορούσα να πω σε ορισμένα άτομα με θεωρητικά ενδιαφέροντα, από δημοσιεύσεις μελετών του σε άλλες γλώσσες. Το ΚΚΕ, πιστό στην πρακτική της υιοθέτησης της εκάστοτε γραμμής του ΚΚΣΕ (αρχικά ως τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της Κομιντερν) «φρόντισε» επιμελώς να σβήσει από τη μνήμη των μελών του κόμματος, αλλά και της αριστεράς γενικότερα, την προσφορά του Μπουχάριν ως θεωρητικού και ερευνητή και ως ηγέτη του ΚΚΣΕ και της Κομιντέρν, για όλη την περίοδο πριν από το 1934, όταν η τύχη του είχε πλέον προδιαγραφεί από τον Στάλιν. Μόνο με την έκδοση του έργου του Γράμσι όπου ασκεί κριτική στη αντίληψη του Μπουχάριν για τον ιστορικό υλισμό επανήλθε κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς, ο Μπουχάριν στο προσκήνιο των ενδιαφερόντων, κυρίως στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, με κύριο κορμό το ΚΚΕ εσωτερικού, το οποίο προέκυψε μετά τη διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ, τον Φλεβάρη του 1968.

Νομίζω όμως, πως δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξω ότι κανείς δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να μελετήσει ειδικά τη θεωρητική παρακαταθήκη του Μπουχάριν, την άποψή του για το κράτος και το σοσιαλισμό, αλλά και την άποψή του σε θέματα τέχνης και πολιτισμού, για τη θέση και το ρόλο του στην ιστορία του μπολσεβίκικου κόμματος.. Δημιουργήθηκε ένα καθεστώς επάρκειας όσον αφορά την ιστορία του ΚΚΣΕ, το είδος και την ένταση των εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων που τη χαρακτήρισαν. Η Ιστορία του ΚΚ (Μπ.) της Σ.Ε., που γράφτηκε με την άμεση επίβλεψη του Στάλιν, ήταν το μέτρο της ιστορικής αλήθειας για τα μέλη του κόμματος και για τους αριστερούς που επηρέαζε το ΚΚΕ - ενισχυμένη, αυτή η «ιστορική αλήθεια», και από τα διάφορα σοβιετικά εγχειρίδια ή και τις ιστορικές «μελέτες» που είχαν ως πυξίδα και ως μέτρο την Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπ. - στο εξής : «Ιστορία...»). Έτσι, υπό αυτό το καθεστώς ενημέρωσης ήταν αδύνατο να μορφώσει κανείς σαφή, πραγματική εικόνα και αντίληψη για την ιστορία των μπολσεβίκων , αλλά και του μαρξισμού και λενινισμού στη Ρωσία και τη Σ.Ε. που αντιμετωπίζονταν ως ο γνήσιος και πιστός τοποτηρητής τους. Και ήταν αυτή η συνθήκη ένας από τους συνειδησιακούς παράγοντες που καθιστούσε αποδεκτή τη μεθοδευμένη αποτροπή από το ιδεολογικό κατεστημένο του κόμματος της όποιας προσπάθειας να γνωριστεί κανείς με το έργο και τη δράση κορυφαίων ηγετικών προσώπων του ΚΚΣΕ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως του Μπουχάριν, του Ζηνόβιεφ, του Κάμενεφ (κι οι τρεις χρημάτισαν γραμματείς της Κομιντέρν) , του Τρότσκι, ου Ριαζάνοφ, του Ράντεκ, του Σμίλγκα, του Ρίκοφ... . Ούτε μπορούσε κανείς, βέβαια, να επιχειρήσει να εμβαθύνει στο διακύβευμα που συνιστούσε η διαμάχη πάνω στο κρίσιμο ζήτημα της αποδοχής ή της απόρριψης της ΝΕΠ ως αναγκαίας φάσης στην πορεία μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, που παρέπεμπε και στη θεωρία για το σοσιαλισμό της αγοράς. Έτσι που, στην ελληνική θεωρητική αριστερή γραμματολογία, το ερώτημα αυτό εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να αφήνει αδιάφορη την ελληνική αριστερή σκέψη.

Βέβαια, ορισμένοι οικονομολόγοι γνωρίζουν ότι ο Μπουχάριν και μετά το 1927 – 1928 εξακολούθησε να υποστηρίζει την πολιτική της ΝΕΠ ως αναγκαία φάση για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό στη Ρωσία, ακόμα και όταν ο Στάλιν και το κόμμα απομακρύνθηκε από αυτή αποφασιστικά επιλέγοντας μια παραλλαγή του «πολεμικού κομμουνισμού». Αυτό ήταν το ιδεολογικο-πολιτικό υπόβαθρο της σύγκρουσής τους, η οποία είχε να κάνει και με το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, με κεντρικό άξονα αναφοράς τη διαφορετική άποψή τους για το ρόλο της βιομηχανίας και για τους ρυθμούς εκβιομηχάνισης της χώρας. Αυτό το γνωρίζουν μάλλον εκείνοι που είχαν ενδιαφερθεί για την άποψη του Μπουχάριν όπως αυτή απεικονιζόταν στο έργο του που δημοσιεύτηκε σε ξένες γλώσσες

Πάντως, είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα, στον εκδοτικό χώρο που έλεγχε και επηρέαζε το ΚΚΕ, οι όποιες αναφορές στο Μπουχάριν ήταν όλες μέσα στο πνεύμα των όσων υποστηρίζει ο Στάλιν στις Βάσεις του λενινισμού, καθώς και στη σύντομη επιτομή της ιστορίας του ΚΚΣΕ (μπολσεβίκων) , που και σήμερα αποτελούν «χρήσιμα» κείμενα για την ιδεολογική δουλειά, όπως λέγεται, στο κόμμα. Βέβαια, από τα κείμενα του Στάλιν αυτό που μένει στον αναγνώστη, δηλαδή αυτό που επιδίωξε ο Στάλιν να μείνει στον αναγνώστη, και κατ επέκταση αυτό που επιδίωκαν τα κομμουνιστικά κόμματα που ανήκαν στην Κομιντέρν να μείνει στα μέλη του κόμματος, ήταν η θέση ότι ο Μπουχάριν ήταν εκπρόσωπος της δεξιάς παρέκκλισης στο κόμμα.. Αυτή η θέση- κατηγορία λειτουργούσε στις συνειδήσεις των κομμουνιστών ως πολιτική, ιδεολογική και ηθική μομφή, που εξ ορισμού ακύρωνε στις συνειδήσεις κάθε ενδιαφέρον για να γνωριστεί κανείς από πρώτο χέρι με τις απόψεις του Μπουχάριν. Εξάλλου, το κλίμα το οποίο δημιουργήθηκε μετά τη δίκη Μπουχάριν, όπου ο ίδιος παραδέχτηκε τις κατηγορίες του Βισίνσκι εναντίον του ως εχθρού του κόμματος και του λαού, ως πράκτορα εναντίον της χώρας του κλπ. δεν άφηνε περιθώρια για κανενός είδους ενδιαφέρον για το έργο του Μπουχάριν. Σε βαθμό που ακόμα και μετά το 20-ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, στη δεκαετία του 60, θεωρήθηκε από τον σοβιετικό τύπο – όπως αναφέρει ο Μ.Κουν- ως απαράδεκτη πράξη ο υπαινιγμός του Ηλία Έρεμπουργκ, σε ένα βιβλίο του, με θετικούς όρους στο Μπουχάριν – και μάλιστα χωρίς να αναφέρει το όνομά του.

Η αγνόηση του έργου του Μπουχάριν, αλλά και των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και άλλων μπολσεβίκων ηγετών από την κομμουνιστική αριστερά (και γενικότερα από την αριστερά) στην Ελλάδα αφορά βέβαια την περίοδο μετά τη ρήξη του με το Στάλιν. Αφορά ειδικότερα την περίοδο μετά το 1934 με την αλλαγή ηγεσίας στο ΚΚΕ, το διορισμό από την Κομιντέρν του Νίκου Ζαχαριάδη ως γραμματέα του κόμματος. Προηγούμενα τα έργα του Μπουχάριν (αλλά και του Ζηνόβιεφ, του Ράντεκ, του Ριαζάνοφ.... ) ήταν σε μεγάλη υπόληψη. Έτσι, στην εισαγωγή της έκδοσης Μπουχαριν, Θεωρία του ιστορικού υλισμού ( Εκδοτική Εταιρία «ΑΘΗΝΑΙ», Α.Ι. Ράλλης και Σια, Ευριπίδη 6- ΑΘΗΝΑΙ , 1927) διαβάζουμε ότι επιλέχτηκε η έκδοση αυτή με σκοπό να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της «αμάθειας» και της «ατελέστατης γνώσης σ εμάς» της «μαρξιστικής κοινωνιολογίας». Εξάλλου το σκοπό αυτό προοριζόταν να υπηρετήσει και η έκδοση του βιβλίου του Γ. Ζηνόβιεφ (προέδρου της Κομμουνιστικής Διεθνούς) «Λενινισμός..Βασικά του ζητήματα. Επίσης : Ζηνόβιεφ Η ιστορία του ΚΚΣΕ (μπολσεβίκων) Αθήνα, 1927. Νωρίτερα, η έκδοση : Ν. Μπουχάριν Το πρόγραμμα των κομμουνιστών (μπολσεβίκων). Εκδοτικό Τμήμα του ΣΕΚΕ (κομμουνιστικού) , Αθήνα 1921, και βέβαια το βιβλίο των Μπουχάριν – Πρεομπραζένσκι, Το αλφάβητο του κομμουνισμού, το οποίο είχε εκδοθεί στα ελληνικά και μετά την ρήξη του Στάλιν με τον Μπουχάριν- όχι βέβαια από τις εκδόσεις του ΚΚΕ ή με δική του αρωγή ή προτροπή. Εξάλλου, και άλλα έργα του Μπουχάριν είχαν δημοσιευτεί, όμως χωρίς καμιά προτροπή προς μελέτη τους, ακόμα και όταν επρόκειτο για γραφτά που δεν είχαν άμεση σχέση με την πολιτικοιδεολογική διαμάχη του Μπουχάριν με το Στάλιν, όπως είναι λ.χ. η μελέτη του Μια ποιητική μεγαλοφυία . Ερρ. Χάινε (, εκδόσεις Γνώση, 1964).. Όμως είναι ενδιαφέρον ότι η αλλαγή στάσης απέναντι στο έργο του Μπουχάριν, μετά τη ρήξη του με το Στάλιν και με το κόμμα, του οποίου απόλυτος ηγέτης ήταν ο Στάλιν, επηρέασε ακόμα και διανοητές με δική τους αυτόνομη κρίση, διανοητές του μεγέθους του Αντόνιο Γράμσι. Αξίζει νομίζω στο σημείο αυτό να αναφερθώ σε ό,τι σχετικό γράφει η Κριστιν Μποσί – Γκλύκσμαν στο βιβλίο της Ο Γκράμσι και το κράτος Ο Γράμσι, γράφει η Γκλύκσμαν , αναφερόμενος στο έργο του Ν. Μπουχάριν, Θεωρία του ιστορικού υλισμού – εγχειρίδιο μαρξιστικής κοινωνιολογίας (Μόσχα 1921), «....το 1925 επαναλαμβάνει το Μπουχάριν. Αυτό –σημειώνει- δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αν πάρουμε υπόψη το γεγονός ότι εκείνα τα χρόνια ο Μπουχάριν είχε πολύ μεγάλο κύρος ως θεωρητικός του μαρξισμού (μεγαλύτερο από εκείνο του Στάλιν) και ήταν πιο γνωστός από το Στάλιν στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα». Όμως, παρατηρεί η Γκλύκσμαν, το 1931 -1932 ο Γκράμσι κάνει μια μεταστροφή. Υποστηρίζει ότι « το μπουχαρινικό εγχειρίδιο όχι μόνον δεν αντιπροσωπεύει τον ιστορικό υλισμό, την κοινωνιολογία της εργατικής τάξης, αλλά δείχνει επίσης σ όλες του τις θέσεις μια μηχανιστική και οικονομιστική αντίληψη του μαρξισμού, που πρέπει να απορριφθεί αποφασιστικά».*

---------------------------------------

* . Θεμέλιο, 1984, σελ. 259 και 263- 271

--------------------------------------------

Ο Μίκλος Κουν με το βιβλίο του ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ παρουσιάζει την πραγματική εικόνα του ως ανθρώπου και κυρίως ως επαναστάτη διανοούμενου και ως πολιτικού, με δική του προσωπικότητα – τα θετικά και τα αρνητικά της- και κυρίως τη δική του παρέμβαση και προσφορά στη γεμάτη από συγκρούσεις ιστορία του μπολσεβίκικου κινήματος της Ρωσίας, και της ιστορίας της Σοβιετικής Ένωσης, ώς εκεί που του επιτράπηκε να παρέμβει.. Παράλληλα μας δίνει μια άλλη εικόνα για το ίδιο το κίνημα και για την ιστορία του καθώς και για την ιστορία της Σ.Ε. ειδικότερα για την περίοδο μέχρι το 17-ο συνέδριο του ΚΚΣΕ (1934),και το σημαντικότερο: μας δίνει μιαν άλλη εικόνα για το Λένιν, που επιτρέπει να δούμε ότι είναι τελείως ανυπόστατη η άποψη που εξομοιώνει το Στάλιν ως πολιτικό ηγέτη ή και ως διανοητή, ως θεωρητικό, με το Λένιν - προς το τέλος της ζωής του Στάλιν οι ιδεολόγοι του κόμματος (πανεπιστημιακοί φιλόσοφοι!) κατέταξαν τον Στάλιν στους κλασικούς του μαρξισμού, δίπλα στον Μαρξ, τον Ένγκελς και το Λένιν!

Παράλληλα με ιδιαίτερη σπουδή και σταθερή συνέπεια το σταλινικό προπαγανδιστικό ιδεολογικό κατεστημένο, επιδίωξε και επέβαλε, θα μπορούσε να πω, στην πολιτική και την κοινωνική συνείδηση του κόμματος ή και μεγάλης μερίδας του λαού, αλλά και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα το ψέμα (μεταξύ πολλών άλλων) ότι ο Στάλιν ήταν «ο ποιο πιστός μαθητής και συνεχιστής του έργου του Λένιν). * Και είναι ιδιαίτερα σημαντική η

n Νομίζω ότι είναι σωστή η εκτίμηση του Ρόι Μεντβέγιεφ ότι «Ο Λένιν ήταν ένας ηγέτης μάλλον , παρά ένας δικτάτορας, ένας ηγέτης η εξουσία του οποίου στηριζόταν σε εκείνη τη φωτεινή ιδιότητα που αποτελεί το σημάδι της “πολιτικής ιδιοφυίας”, στο αδιαμφισβήτητο κύρος...» (Ζορές Μεντβέγιεφ και Ρόι Μεντβέγιεφ, Ο άγνωστος Στάλιν, Εκδόσεις Καστνανιώτη, 2004, σελ. 67).. «Ο Στάλιν ήταν κυβερνήτης δικτάτορας και τύραννος». Αυτές τις ιδιότητές του υπηρετούσαν η ευφυία του, η ιδιότητα του σκληρά εργαζόμενου άντρα, η σιδερένια θέληση και η σημαντική νοημοσύνη του. (όπ. π. σελ. 11).Θεωρώ χρήσιμο να επιστήσω την προσοχή μας στο γεγονός ότι η «θεωρία» ότι o Στάλιν ήταν ο πιο πιστός μαθητής και συνεχιστής του έργου του Λένιν έχει και σήμερα τους εκφραστές της στη χώρα μας. Ενδεικτικά αναφέρομαι εδώ στην άποψη –διατύπωση ότι «ο Στάλιν καθοδηγούσε το κόμμα, έχοντας καθαρή τη λενινιστική υποθήκη....».Την άποψη αυτή επιχειρεί και σήμερα να υπερασπιστεί ένα ανώνυμο άρθρο του Ριζοσπάστη, με αναφορά στις δίκες της Μόσχας. με τον τίτλο «Ο σκοπός της επίθεσης στον Ι..Β. Στάλιν». Ο αρθρογράφος αποδεχόμενος ως ορθή τη σταλινική θεωρία ότι όσο προχωρεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού τόσο περισσότερο η αστική τάξη στο εσωτερικό της χώρας γίνεται «πολλαπλάσια πιο επικίνδυνη απ ό,τι πριν», και ότι «επομένως η επαγρύπνηση στην “από τα μέσα“ αντεπαναστατική δράση ήταν στην πρώτη γραμμή των καθηκόντων του κόμματος», εμφανίζει τις δίκες της Μόσχας (μαζί και τη δίκη Μπουχάριν) ως αναγκαία πράξη «αντιμετώπισης των αντεπαναστατικών στοιχείων» ενώ την κριτική στο Στάλιν για τις δίκες και τις διώξεις τη θεωρεί ως «αφορμή για το «σφοδρό αντισταλινισμό, δηλαδή αντικομμουνισμό....». (βλ. Ριζοαπάστης, 5 Μάρτη 2006).Που πάει να πει σταλινισμός =κομμουνισμός και κομμουνισμός = σταλινισμός!

ανατροπή αυτού του ψεύδους όχι μόνον για την ιστορική αλήθεια καθεαυτή, αλλά κυρίως για τους κομμουνιστές που είχαν (ή και εξακολουθούν να έχουν κάποιοι και τώρα) ως μοναδική πηγή για την ιστορική αλήθεια την «Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπ)», που γράφτηκε με την έγκριση του Στάλιν, καθώς επίσης και τις Βάσεις του λενινισμού του Στάλιν, τα σταλινικά σοβιετικά εγχειρίδια του μαρξισμού –λενινισμού. και τα διάφορα προπαγανδιστικά κείμενα που υμνούσαν τον Στάλιν, αλλά και κείμενα γραμμένα από τα «μεγάλα» ονόματα της σταλινικά ερμηνευμένης θεωρίας και φιλοσοφίας, όπως ήταν ή εμφανίζονταν ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνοφ, που με μια πλειάδα καθηγητών συνέγραψε το πολυδιαβασμένο και στην Ελλάδα έργο Ιστορικός υλισμός, στο οποίο ο Στάλιν εμφανίζεται ακόμα και ως το πρότυπο της ηθικής. Παραπέμπω εδώ ειδικά στο υποκεφάλαιο με τον τίτλο η Η κομμουνιστική ηθική, όπου στο υμνολόγιο για τον Στάλιν υπάρχει και η φράση ότι ο Στάλιν είναι «πρότυπο ηθικού μεγαλείου».(Κωνσταντίνοφ, Ιστορικός υλισμός (σελ. 730). Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε, στις αρχές του 1950 από το εκδοτικό του ΚΚΕ «Νέα Ελλάδα», στη σειρά «Βιβλιοθήκη του μαρξισμού – λενινισμού».

Και αυτό το έργο, γραμμένο από δηλωμένους ερευνητές και πανεπιστημιακούς καθηγητές, απεικονίζει απόλυτα το πνεύμα της «Ιστορίας...». Ενδεικτικά αναφέρω εδώ μερικές από τις κραυγαλέες παραλείψεις, στρεβλώσεις και κατάφορα ψέματα τα οποία περιέχει η Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπ.) που θα βοηθήσουν, πιστεύω, τον αναγνώστη να κατανοήσει τη σημασία που έχει, και για τη σύγχρονη επαναστατική αριστερά, η αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με το Μπουχάριν, αλλά –σε σημανττικό βαθμό- και με την ιστορία του μπολσεβίκικου κινήματος της Ρωσίας, καθώς και με την ιστορία της Σ.Ε., ενώ συγχρόνως θα τον βοηθήσουν να κατανοήσει και το είδος των αντιφάσεων και συγκρούσεων στο ΚΚΣΕ που το παρακολούθησαν και το χαρακτήρισαν, και κατ επέκταση να εκτιμήσει και το έργο του Στάλιν, όπως αυτό δίνεται π.χ. από τη σκοπιά των αδελφών Μεντβέγιεφ στο βιβλίο τους Ο άγνωστος Στάλιν, στο οποίο κυριαρχεί η οπτική της πολιτικής προσέγγισης της ιστορίας και του έργου του Στάλιν και σε δεύτερη και τρίτη μοίρα η ηθική οπτική, που στην κριτική του Στάλιν ως δικτάτορα και τύραννο, είναι συνήθως κυρίαρχη. Και είναι και στο βιβλίο του Μϊκλος Κουν έντονη αυτή η οπτική, αν και θα πρέπει να πω ότι ο Μ. Κουν κάνει ότι περνά από το χέρι του για να είναι αντικειμενικός (... όσο μπορούσε ένας εγγονός του Μπέλα Κουν τον οποίο εκτέλεσε ο Στάλιν) να είναι αντικειμενικός, μένοντας πιστός στη δεοντολογία του ιστορικού. Και είναι αντικειμενικός.

Ο Μπουχάριν μπήκε στο σιαλδημοκρατικό επαναστατικό κίνημα από τα σπουδαστικά του χρόνια, μαζί με τον Ηλία Έρεμπουργκ, και πολύ σύντομα , με τη συγκρότηση της παράταξης των μπολσεβίκων σε κόμμα, με ηγέτη το Λένιν, ανέπτυξε επαναστατική δράση μέσα από τις γραμμές του. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1905, και μετά έφυγε στο εξωτερικό όπου μαζί με την πρακτική δουλειά του στο κόμμα ασχολήθηκε ιδιαίτερα με μελέτες πάνω σε θεωρητικά ζητήματα του κινήματος, ενώ διέπρεψε και με την αρθρογραφία του στον αριστερό ρωσικό τύπο για την κατάσταση και τους αγώνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στη δυτική Ευρώπη. Γνώρισε το Λένιν και προσωπικά , εκτίμησε το έργο του και το μέγεθός του ως θεωρητικού και ως ηγέτη, αλλά και συγκρούστηκε μαζί του πάνω σε καίριας σημασίας θέματα, όπως το θέμα του κράτους, το θέμα του πολέμου και της ειρήνης, και άλλα,. Θα πρέπει να σημειώσω ότι αυτού του είδους οι συγκρούσεις χαρακτήριζαν το κόμμα του Λένιν,ο οποίος επιδίωκε πάντα το διάλογο, τη σύγκρουση με ανθρώπους του κινήματος, με μαρξιστές που είχαν να πουν κάτι σημαντικό, γιατί πίστευε ότι η αλήθεια του κόμματος, η αλήθεια του μαρξισμού θα προκύψει, και πρέπει σε κάθε περίπτωση να προκύπτει, μέσα από σοβαρό διάλογο, μέσα από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και συλλογισμών, με τη βεβαιότητα ότι μόνον έτσι μπορούσε να αναδείξει την υπεροχή της δικής του άποψης, που πάντα επιδίωκε να την κάνει κυρίαρχη άποψη του κόμματος.. Και ήταν αυτό που επιδίωκε και στις κρίσιμες διασκέψεις που σημάδεψαν την ιστορία των Μπολσεβίκων. Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε μερικές από αυτές τις συγκρούσεις, σε θεωρητικά θέματα, αλλά και σε θέματα πολιτικής, στις οποίες αναφέρεται στο βιβλίο του ο Μ..Κουν.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μ.Κουν αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της αυθαιρεσίας που διέπραξαν οι συγγραφείς της «Ιστορίας....». Είναι πιστεύω χρήσιμη για όλους μας μια πρόχειρη, έστω, αναφορά στην παραχάραξη της πραγματικότητας ή ακόμα και στην πλήρη «κατάργησή» της από τους συγγραφείς της.

Διαβάζοντας λοιπόν την Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπ.), διαπιστώνουμε ότι σ αυτή δεν υπάρχει καμία αναφορά ούτε για τη δράση ούτε για το έργο του Μπουχάριν για την περίοδο μέχρι και την επιστροφή του το 1917, μετά την επανάσταση του Φλεβάρη, όπως δεν υπάρχει αναφορά ούτε στο γεγονός ότι το ζεύγος - Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία μαζί με το ζεύγος –Ζηνόβιεφ με το οποίο ζούσαν σε καθημερινή στενή σχέση στο εξωτερικό. Ούτε βέβαια υπάρχει αναφορά στο γεγονός ότι ο Ζηνόβιεφ συχνά έγραφε και τις αποφάσεις των κομματικών συνδιασκέψεων.. Δεν υπάρχει αναφορά στο γεγονός ότι λίγο μετά την επιστροφή του στη Ρωσία ό Μπουχάριν έγινε διευθυντής της Πράβντα και αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Εξάλλου, στη συνέχεια δεν αναφέρονται οι ηγετικές θέσεις του Μπουχάριν στο κόμμα, ακόμα ούτε ότι είχε γίνει και γραμματέας της Κομιντέρν. Στην «Ιστορία...» δεν υπάρχει αναφορά στην Σχολή Μπουχάριν, στη δεκαετία του 1920, οι μαθητές του οποίου ( νομίζω εκτός από έναν) όλοι διώχθηκαν και εξοντώθηκαν μετά την δίωξη του Μπουχάριν. Ακόμα δεν υπάρχει αναφορά στη στενή συνεργασία Στάλιν – Μπουχάριν μετά το θάνατο του Λένιν, για την προώθηση της πολιτικής της ΝΕΠ, ως το 1927, όταν ο Στάλιν έκανε τη στροφή–επιστροφή στην πολιτική του πολεμικού κομμουνισμού, με την οποία διαφώνησε ο Μπουχάριν. Αποσιωπά βέβαια η «Ιστορία....» και το γεγονός ότι από τη 14-η συνδιάσκεψη (συνέδριο) του κόμματος (Απρίλης 1925) και μετά σε όλα τα συνέδρια του κόμματος ως το 1928 υπήρχαν δυο κύριες εισηγήσεις, του Στάλιν και του Μπουχάριν. Ακόμα η «Ιστορία...» δεν αναφέρεται ούτε στο γεγονός ότι ο Μπουχάριν μαζί με το Στάλιν πολέμησαν την αντιπολίτευση Κάμενεφ – Ζηνόβιεφ και μάλιστα με πολύ σκληρό τρόπο (και από τη μεριά του Μπουχάριν), ότι μαζί διεξήγαγαν τον πόλεμο εναντίον του Τρότσκι για την πολιτική του εξουδετέρωση και εξόντωση. Αυτό, για ευνόητους λόγους, δεν αναφέρεται στην «Ιστορία...» επειδή θα μπορούσε να ενταχθεί στα «θετικά» του Μπουχάριν – κατά την άποψη πάντα του Στάλιν και του χειραγωγικού ιδεολογικού προπαγανδιστικού του κατεστημένου, που με κύριο «επιχείρημα« την αναφορά στα δικαστήρια σκοπιμότητας, εμφάνισε τους βασικότερους συνεργάτες του Λένιν ωσάν να ήταν από καταβολής πράκτορες αρχικά της τσαρικής Οχράνας και μετά ή παράλληλα της αγγλικής κατασκοπίας ή και της πολωνικής κατασκοπίας κλπ....

Γενικά στην «Ιστορία...» ο Μπουχάριν αναφέρεται (όπου αναφέρεται) μόνο με αρνητικούς όρους, με έμφαση στις «αποδείξεις» της δίκης Μπουχάριν, που βέβαια δεν αναφέρεται ως δίκη Μπουχάριν, ;αλλά ως δίκη του «δεξιού –τροτσκιστικού αντισοβιετικού κέντρου», που στο όνομα του λαού (!) «το σοβιετικό δικαστήριο καταδίκασε τα μπουχαρινικά και τα τροτσκιστικά τέρατα σε τουφεκισμό», (σελ. 361, η έμφαση δική μου, Θ.Β.). Οι «αποδείξεις» και πολύ περισσότερο οι αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, αλλά και άλλων τέτοιων δικών, χρησιμοποιούνται στην «Ιστορία.....» ως τα αναμφισβήτητα κριτήρια για το έργο του Μπουχάριν και άλλων σοβιετικών ηγετών ...

Και μόνον το γεγονός ότι, σε κάποια ιστορική στιγμή, ο Μπουχάριν (ή ο καθένας από τους κατηγορούμενους και διωκόμενους) εξέφρασε σε κάποιο θέμα διαφορετική άποψη από εκείνη του Λένιν αρκούσε για να τον κατατάξει η «Ιστορία...» στους εχθρούς του κόμματος, της Σ.Ε., του σοσιαλισμού. .... (βλέπε σελίδες, 196,199,206,228,231,242,245, 339- 340), κατασκευάζοντας και με αυτόν τον τρόπο μια εικόνα του Λένιν όμοια με εκείνη του Στάλιν, που διεκδικεί το αλάθητο, επιβάλλεται πάνω στους άλλους από καθέδρας, την εικόνα ενός κομμουνιστή ηγέτη με χαρακτηριστική και καθοριστική, στη σκέψη και τη στάση του απέναντι στους άλλους τη νοοτροπία και την πρακτική του δικτάτορα.. Θα πρέπει δε να πω ότι στην «Ιστορία...» όλες αυτές οι αναφορές εντάσσονται σε ένα κλίμα γραφής που χαρακτηριζόταν από την ασύστολη παραχάραξη της πραγματικότητας, την απαγγελία αναπόδεικτων κατηγοριών όπως εκείνη για τη δολοφονία του Κίροφ «από δεξιούς, τροτσκιστές, ζηνοβιεφικούς» κλπ, την κατηγορία για τη σχεδίαση της «δολοφονίας» του Λένιν και την έμμεση συμμετοχή του Μπουχάριν στο θάνατο («δολοφονία») του Γκόρκι, κλπ ! Και όλα αυτά με την μόνη «απόδειξη» το υλικό και τις αποφάσεις των δικών σκοπιμότητας, στην περίπτωσή μας, της δίκης Μπουχάριν, που σωστά οι αδελφοί Μεντβέγιεφ στο βιβλίο τους, αποδεχόμενοι το χαρακτηρισμό ανταποκριτών από τη Δύση, την ονόμασαν «δίκη – θέαμα». Και τεκμηριώνουν πειστικά αυτή την άποψή τους στο κεφάλαιο « Η δολοφονία του Μπουχάριν» ( σελ 431 -480). Εξάλλου, το βιβλίο του Μίκλος Κουν διαλύει κάθε σκέψη περί του αντιθέτου . Αυτό που ζητά περισσότερο πειστική απάντηση είναι το ερώτημα : γιατί ο Μπουχάριν αποδέχεται τις κατασκευασμένες ψεύτικες κατηγορίες του δικαστηρίου, κι ακόμα γιατί επιχειρεί με τις απανωτές επιστολές προς το Στάλιν από τη φυλακή, αλλά και με τα βιβλία τα οποία έγραψε στη φυλακή να εμφανίσει το Στάλιν ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη που με τη «σοφή» ηγεσία του θριάμβευσε ο σοσιαλισμός στη Ρωσία!. Πράγμα, που το κάνει και στην απολογία του μπροστά στο δικαστήριο, στην οποία επιχειρεί να αναπτύξει το συλλογισμό που ενισχύει αυτή τη θέση του, καθώς και το «συλλογισμό» που τον οδηγεί στη μεταμέλεια. Αυτό είναι ένα από τα θέματα που επιθυμώ να αναπτύξω ειδικότερα, έχοντας ως προηγούμενο την ενασχόλησή μου με το θέμα της ταυτότητας του κομμουνιστή και τη σχέση του με τις ιδέες που πρεσβεύει και με το κόμμα – αναφερόμενος στους κομμουνιστές λενινιστικής καταβολής της περιόδου την οποία εξετάζουμε.*

---------------------------------

* Βλέπε το βιβλίο μου Ο άνθρωπος μέσα στο επαναστατικό κίνημα (εκδ. Γρηγόρης 1980). Σχετικές έμμεσες ή και άμεσες αναφορές στο θέμα υπάρχουν στα βιβλία μου α) Κρίσιμη ώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού (εκδόσεις Γνώσεις, 1989),β) Το πρόβλημα της ταυτότητας του ανθρώπου (εκδ. Ψηφίδα, 2004) και γ) Η αριστερά χθες, σήμερα, αύριο,εκδ. Βακαλιός, 2004. Άμεσα με το θέμα ασχολούμαι στην (αδημοσίευτη) μελέτη μου Η ηθική ταυτότητα της Αριστεράς).

-------------------------------------------

Πάντως, θα πρέπει να πω ότι το βιβλίο ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ είναι γραμμένο από έναν ιστορικό με σαφή την κατηγορηματική αντιπαράθεσή του στο Στάλιν ως ηγέτη και την αποστροφή του όσον αφορά τον άνθρωπο Στάλιν, το χαρακτήρα του. Άλλωστε, ο συγγραφέας του, σε πολλά σημεία του βιβλίου, μην έχοντας τη δυνατότητα αλλιώς να τεκμηριώσει πλήρως τις υποθέσεις του ή τις πληροφορίες που συνέλεξε ως ερευνητής από τη μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας, χρησιμοποιεί τις προσωπικές μαρτυρίες κυρίως ατόμων που οι ίδιοι ή συγγενείς τους είχαν υποστεί τις διώξεις του σταλινικού καθεστώτος. Όμως το κάνει αυτό με την παράλληλη φροντίδα σε κάθε περίπτωση (όπου αυτό είναι δυνατό) να ελέγξει τις πληροφορίες του με αναφορά σε σχετικά τεκμήρια και μελέτες. Ο Μ.Κ. φαίνεται να έχει δει όλα τα αρχεία, όσα μπορούσε να δει, όχι μόνο στη Ρωσία αλλά και σε άλλες χώρες. Θα πρέπει βέβαια να πω ότι τα αρχεία του κόμματος και του κράτους «άρχισαν ν’ ανοίγουν μετά την κατάρρευση της Σ.Ε., το 1991» (βλέπε, Μεντβέγιεφ...., σελ. 9), δηλαδή τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του βιβλίου του, το 1988. Εξάλλου, σύμφωνα με τους αδελφούς Μεντβέγιεφ «μέχρι σήμερα έχει ερευνηθεί μόνον ένα επιφανειακό στρώμα των νέων υλικών» για την ιστορία του Κομμουνιστικού κόμματος και του κράτους. (σελ. 10).

Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας όσων λέγονται στο βιβλίο του Κ.Μ. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι. τουλάχιστον όσον αφορά τη δεκαετία του 1920 (και μέχρι το 1932), οι διαμάχες-συγκρούσεις, πολιτικές και ιδεολογικές, μέσα στο κόμμα ήταν αποτυπωμένες στα πρακτικά των συνεδρίων του κόμματος, και στον τύπο της εποχής. Τα υλικά αυτά ήταν διαθέσιμα στους ερευνητές (σίγουρα μετά το 20- ο συνέδριο του ΚΚΣΕ) , από τη βιβλιοθήκη- Λένιν της Μόσχας, αλλά και από τις βιβλιοθήκες άλλων μεγάλων πόλεων της Σ.Ε.. Γι αυτό έχω ιδία αντίληψη από τις μελέτες μου στη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας του Κιέβου, το 1970, όταν έγραφα τη διδακτορική μου διατριβή με αντικείμενο την κριτική εξέταση της πορείας εξέλιξης του σοσιαλισμού στη δεκαετία 1920 και 1930 στη Σ.Ε. και του σταλινικού συστήματος. Από τη μελέτη αυτών των υλικών μπορούσε κανείς να μορφώσει σαφή εικόνα και άποψη για το είδος των πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων στο επίπεδο της ηγεσίας του κόμματος, και κατ επέκταση στο κόμμα. Αυτό που δεν υπάρχει αποτυπωμένο σ αυτό το υλικό είναι οι διεργασίες που γίνονταν στο παρασκήνιο, για τις οποίες μόνο συμπερασματικά μπορούσε κανείς να μορφώσει μια ορισμένη άποψη. Πάντως, σε ό,τι αφορά τη δίκη Μπουχάριν, η οποία ήταν ανοιχτή ακόμα και για τους ξένους παρατηρητές και τους ανταποκριτές του ξένου τύπου, θα πρέπει να πω ότι όλα τα υλικά της είχαν δημοσιευτεί στο σοβιετικό τύπο*, συνοδευόμενα, βέβαια, από

--------------------------

* Ωστόσο, ο Ρόι Μεντβέγιεφ μας πληροφορεί ότι «τα πλήρη, χωρίς τροποποιήσεις στενογραφημένα πρακτικά της δίκης της “δεξιάς – τροτσκιστικής ομάδας” ανακαλύφθηκαν το 1995, στο Προεδρικό Αρχείο. Το κείμενο περιέχει κάποιες επεμβάσεις από άγνωστο διορθωτή καθώς και τροποποιήσεις που έκανε ο Στάλιν, ο οποίος διέγραψε ολόκληρες προτάσεις με χρωματιστά μολύβια. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Στάλιν άφησε στο κείμενο πολλές φράσεις που αργότερα ερμηνεύτηκαν ως θαρραλέες δηλώσεις του κατηγορουμένου, ενώ διέγραψε μια σειρά από ασήμαντες λεπτομέρειες».(όπ.π. σελ. 480).

-------------------------------------------------------------

σχολιασμούς που σκόπευαν να αναστείλουν τις όποιες αμφιβολίες του σοβιετικού αναγνώστη, αλλά και των κομμουνιστών του ευρύτερου χώρου, διεθνώς, που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και με συναισθηματική ένταση.. Άλλωστε, τα κομμουνιστικά κόμματα – τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), «θεσμικά» τουλάχιστον, δεν είχαν τη δυνατότητα αμφισβήτησης αυτού του υλικού. Αντίθετα, με το πολιτικο –ιδεολογικό κύρος των ηγεσιών τους που διέθεταν απέναντι στα μέλη του κόμματος ή και στον ευρύτερο χώρο που αυτές επηρέαζαν, αποδέχονταν ή και ενίσχυαν την «εγκυρότητά» τους, υπερθεμάτιζαν στην «ορθότητα» των διώξεων και το καθεστώς του τρόμου στη δεκαετία του 1930 - ανάλογα και με την περίπτωση του συγκεκριμένου κόμματος, της ηγεσίας του, ή υιοθετώντας τις λογικές που αναφέρονταν στην ιστορική αναγκαιότητα.... Λογικές που είχαν βρει (ή βρίσκουν ακόμα και σήμερα) την έκφρασή τους και σε θέματα μεθοδολογίας της ιστορικής έρευνας. Κι εδώ, για λόγους οικονομίας, αναφέρομαι στις σχετικές αναφορές των αδελφών Μεντβέγιεφ, στην πληροφορία ότι κάποιοι συγγραφείς αποπειράθηκαν να δικαιώσουν τις πολιτικές του Στάλιν (σελ.9.), μαζί βέβαια και το καθεστώς του τρόμου που η αποκρουστικότητά του –αυτό θα πρέπει να το πω- αμβλύνεται με αναφορά στο γεγονός ότι η περίοδος αυτή (της δεκαετίας του 1930) ήταν και περίοδος ραγδαίας εκβιομηχάνισης της χώρας, και μάλιστα μπροστά στη βέβαιη απειλή της από τη χιτλερική Γερμανία, συνοδευόμενη αυτή η διαδικασία από μια αντίστοιχη κοινωνική και μορφωτική αναβάθμιση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Αυτό δεν πρέπει να αγνοείται.

Όπως είπα, η ανάδειξη από το Στάλιν και τους ιδεολόγους του της διαφωνίας με το Λένιν, ως στοιχείου επιβαρυντικού για την επαναστατικότητα του Μπουχάριν (και του οποιουδήποτε μπολσεβίκου που σε κάποιο θέμα είχε διαφωνήσει μαζί του) και της κομματικής του εντιμότητας, ήταν στην ίδια αντίληψη που εμφάνιζε το Λένιν ως αδιάλλακτο ηγέτη, κάτοχο της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας, ως έναν κομματικό δικτάτορα, που ταίριαζε με την εικόνα του Στάλιν την οποία είχε φιλοτεχνήσει ως την αυθεντική εικόνα κομμουνιστή ηγέτη το ιδεολογικό και προπαγανδιστικό του κατεστημένο.

Πρόκειται για μια καίρια παραμόρφωση της εικόνας του Λένιν, της σχέσης του με τους συνεργάτες του που διαφωνούσαν μαζί του, της σχέσης του με το διάλογο που χαρακτήριζε και το ίδιο το κόμμα του Λένιν.. Ο Λένιν όχι μόνο δεν απαγόρευε την ελεύθερη έκφραση της διαφορετικής άποψης στο κόμμα, ακόμα και σε θέματα στρατηγικής, αλλά συνειδητά το επιδίωκε αυτό. Ενδεικτικά αξίζει νομίζω να μνημονευτεί η πληροφορία που παρέχει ο Μίκλος. Κουν σχετικά με την εμμονή του Λένιν να ακουστεί η άποψη του Μπουχάριν στη συνδιάσκεψη της Βέρνης (27 Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου 1915). Κύριο θέμα αυτής της συνδιάσκεψης ήταν το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης. Στη συνδιάσκεψη αυτή ο Λένιν (μαζί ο Ζηνόβιεφ και άλλοι) ανέπτυξε την άποψη ότι η ειρήνη μπορεί να επιβληθεί στις αντιμαχόμενες πλευρές μόνο με μια επαναστατική στροφή, που εκφράστηκε και με τη θέση για την ήττα της πατρίδας. Πρότεινε να κληθούν οι ένστολοι εργάτες, να στρέψουν τα όπλα ενάντια στη δική τους εθνική μπουρζουαζία που ευθύνεται για τον πόλεμο. Αντίθετα, ο Μπουχάριν υποστήριζε ότι όπως έχουν τα πράγματα, με κυρίαρχο το εθνικιστικό κλίμα που εξακολουθεί να υπάρχει στο στρατό, αλλά και στα μετόπισθεν, τα συνθήματα τα οποία προβάλλουν την ήττα της πατρίδας θα βρουν κουφά αυτιά. Για τους λόγους που αναφέρει ο Κουν, ο Μπουχάριν δεν μπόρεσε να φτάσει έγκαιρα στον τόπο της συνδιάσκεψης.. Ο Λένιν πρότεινε την αναβολή της για να μπορέσει να εμφανιστεί ο Μπουχάριν, ο μόνος μπολσεβίκος πολιτικός που αυτή την περίοδο σε πολλά σημαντικά ζητήματα είχε διαφορετική σοβαρή άποψη, και σε ανοιχτή συζήτηση να ξεκαθαρίσουν τις απόψεις τους. .Η συνδιάσκεψη δέχτηκε την πρόταση του Λένιν. Ο Μπουχάριν εμφανίστηκε στη συνδιάσκεψη και ανέπτυξε την άποψή του πάνω στο θέμα του πολέμου και της ειρήνης, καθώς και σε άλλα θέματα για τα οποία είχε διαφορετική άποψη από εκείνη του Λένιν. Ενδιαφέρουσα είναι και η πληροφορία ότι (παρά τις διαφωνίες του με το Λένιν ) ο Μπουχάριν εκλέχτηκε στην τριμελή επιτροπή (Λένιν, Ζηνόβιεφ, Μπουχάριν) που συνέταξε το τελικό κείμενο της απόφασης της συνδιάσκεψης, καθώς και στη συντακτική επιτροπή του νέου θεωρητικού περιοδικού του κόμματος, Κομμουνίστ, (που η έκδοσή του αποφασίστηκε από τη συνδιάσκεψη) μαζί με το Λένιν, τον Ζηνόβιεφ, τον Πιατακόφ και την Μπος. Και είναι επίσης ενδεικτικό της στάσης του Λένιν απέναντι στον μελετητή Μπουχάριν το ότι έγραψε έναν πρόλογο για τη μελέτη του Μπουχάριν με τον τίτλο Η παγκόσμια οικονομία και ο ιμπεριαλισμός, στον οποίο εκτιμά θετικά τη μελέτη αυτή*

------------------------------------

* .Θα μπορούσαμε εδώ ν αναφερθούμε σε μια ανάλογη στάση του Λένιν σχετικά με την πρόταση για τη διαγραφή του Κάμενεφ από την Κεντρική Επιτροπή επειδή στη δίκη του τσαρικού δικαστηρίου με την κατηγορία ότι οι μπολσεβίκοι βουλευτές της Κρατικής Δούμας συζητούσαν στο σπίτι του το αντιπολεμικό μανιφέστο που σχεδίαζαν να εκδώσουν. (τότε – 1914 - ο Κάμενεφ ήταν επιφορτισμένος με τη διεύθυνση του μπολσεβίκικου κινήματος στη Ρωσία) ο Κάμενεφ, με τους εργάτες αντιπροσώπους του κόμματος στην Κρατική Δούμα, εφάρμοσε μια τακτική άμυνας και όχι επίθεσης, όπως πολλοί θα περίμεναν από τον Κάμενεφ, πετυχαίνοντας έτσι ν αποφύγει τη θανατική καταδίκη Όμως, αυτό ο νηφάλια σκεπτόμενος Λένιν δεν ήταν διατεθειμένος να το δεχτεί .Όπως και τον Απρίλιο του 1917 δεν επέτρεψε τον αποκλεισμό του Κάμενεφ από την Κεντρική Επιτροπή, που πολλοί ζητούσαν: «Η παρουσία του Κάμενεφ στην Κεντρική Ειτροπή είναι πολύ σημαντική , είπε ο Λένιν. Είναι σημαντική για τη σοβαρή συζήτηση την οποία διεξάγουμε μαζί του. Αν καταφέρει κανείς να τον πείσει, μπορεί να ξέρει ότι με αυτό πέτυχε να καταπολεμήσει τις αμφιβολίες που υπάρχουν στις μάζες»..

---------------------------------------------

Αυτό το περιστατικό είναι ενδεικτικό για τη σχέση Λένιν – Μπουχάριν (Μουχάριν – Λένιν) μέχρι το τέλος της ζωής του Λένιν, ακόμα και στην περίοδο μετά την κατάκτηση της εξουσίας από τους μπολσεβίκους,όταν ο Λένιν ήταν στην κορυφή του κράτους - και του κόμματος, φυσικά.. Αξίζει νομίζω να μεταφέρω εδώ αυτούσια την συνοπτική εκτιμηση του Μ. Κουν για τη σχέση τους.: «Η σταδιοδρομία του Λένιν και του Μπουχάριν από το 1912 ως το 1923 ήταν εξαιρετικά στενά δεμένη. Παρά τη σειρά συζητήσεων- αντιπαραθέσεων – είναι ζήτημα αν υπάρχει συνέδριο ή συνδιάσκεψη του κόμματος όπου ανοιχτά ή καλυμμένα να μην είχαν συγκρουστεί- η προσωπική τους φιλία είχε διατηρηθεί. Το ζεύγος Ουλιάνοφ αγαπούσε σαν παιδί του τον Μπουχάριν με τη ζεστή καρδιά. Σύμφωνα με τον Νικολαί Κρεστίνσκι , πρεσβευτή της κυβέρνησης της Σοβιετικής Ρωσίας στο Βερολίνο, με αυτά τα λόγια ζήτησε ο Λένιν από τις αρχές του Βερολίνου να παραχωρήσουν άδεια εισόδου στον Μπουχάριν για λόγους υγείας.

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων (ο Λένιν, μτφ) εκτιμούσε στο Μπουχάριν όχι μόνον τον ρομαντικό επαναστάτη, αλλά και τον ρεαλιστή πολιτικό, ο οποίος από την άνοιξη του 1921 όχι μόνον αποδέχτηκε τους σκοπούς της ΝΕΠ, αλλά πολύ γρήγορα είχε κατανοήσει καλύτερα από άλλους τις οικονομικές της αναφορές. Δεν είναι τυχαίο που το 1922, την περίοδο του υποχρεωτικού διαλείμματος του Λένιν για ξεκούραση, στους μακρινούς περιπάτους τους στο δάσος κουβέντιασε μαζί του τις εσώτερες σκέψεις του για την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ρωσίας, για τον κοινωνικό μετασχηματισμό και τον εκδημοκρατισμό της χώρας».Εν κατακλείδι : Στις 24 Δεκεμβρίου το 1922 ο Λένιν έβαλε στο χαρτί τις τελευταίες γραμμές για τον Μπουχάριν, που μέχρι σήμερα δίνουν αφορμή για διάφορες ερμηνείες: «Ο Μπουχάριν είναι ο πιο αξιόλογος και ο μεγαλύτερος θεωρητικός. του κόμματος. Δικαιολογημένα μπορούμε να τον θεωρήσουμε παράλληλα αγαπητό σε όλο το κόμμα. Όμως, είναι πολύ αμφίβολο αν οι θεωρητικές θέσεις του ανήκουν στις καθαρά μαρξιστικές απόψεις. Υπάρχει σ αυτές κάτι το σχολαστικό, ποτέ δεν έμαθε και νομίζω ότι ποτέ δεν κατανόησε εντελώς τη διαλεκτική».

Όπως ήταν «φυσικό» ο Στάλιν και το ιδεολογικό του κατεστημένο ξεχώρισαν την τελευταία πρόταση από την εκτίμηση του Λένιν, για να τη χρησιμοποιήσουν ως «στοιχείο» που δικαιολογούσε τη δίωξή του μετά το 1927 – 1928.....Όμως δεν είναι εδώ η ευκαιρία για να επιχειρήσουνε μια ανάλυση της άποψης του Λένιν, από την οποία προκύπτει βέβαια ότι ο Λένιν και στο θεωρητικό επίπεδο βάζει πιο πάνω τον Μπουχάριν από τον Στάλιν, ενώ δεν υπάρχει καμία νύξη από το Λένιν για το Στάλιν περί αξιόλογου , έστω, θεωρητικού, ούτε καν περί θεωρητικού. ¨Όμως στη διαμορφωμένη από το ιδεολογικό κατεστημένο, από τους μηχανισμούς που διαχειρίζονταν την χειραγώγηση της ιδεολογικής και πολιτικής συνείδησης του κόμματος, πέρασε το δεύτερο σκέλος της εκτίμησης του Λένιν, εξουδετερώνοντας και την εκτίμησή του περί του αγαπητού από όλο το κόμμα ατόμου. Εξάλλου, αυτή η παρέμβαση του Στάλιν και του ιδεολογικού του κατεστημένου λειτούργησε υπέρ της προσπάθειας αποτροπής μιας αυτόνομης εκτίμησης του συνολικού έργου του Μπουχάριν ως θεωρητικού και πολιτικού ή και ως ανθρώπου. και κατ επέκταση αποτροπής της προσπάθειας για μια αυτόνομη αντικειμενική εκτίμηση της ιστορίας του κόμματος, από την οποία θα προέκυπτε ότι οι σταλινικές «θεωρίες» περί της «ιδεολογικής και πολιτικής μονολιθικότητας» του κόμματος ήταν αυθαίρετες κατασκευές που δεν είχαν καμία σχέση με την αλήθεια για το κόμμα του Λένιν. Εξάλλου, από μια τέτοια προσπάθεια θα κατέρρεε. και η άποψη των κριτών του Λένιν ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι ασυμβίβαστος με τη δημοκρατία και τον ελεύθερο διάλογο στο κόμμα. ¨Ένα διάλογο, που με δεδομένο το κοινό θεωρητικό πλαίσιο, μπορούσε να οδηγήσει σε λειτουργικές, και πολιτικά, συνθέσεις Αυτό βέβαια προϋπέθετε τη λειτουργία του «σκέλους» της δημοκρατίας στο κόμμα.

Το σταλινικό κόμμα ήταν κατεξοχήν κόμμα χωρίς δημοκρατία και ελεύθερη έκφραση των απόψεων όλων των μελών του. Αυτό πιο έντονα χαρακτήριζε μάλλον την κατάσταση η οποία είχε καθιερωθεί στα ανώτερα, όπως λένε, κλιμάκια της καθοδήγησης του κόμματος. Το σταλινικό κόμμα ήταν μονολιθικό σε όλα τα επίπεδα, υποταγμένο κατά απόλυτο τρόπο στις επιλογές και τις αποφάσεις του Στάλιν, πράγμα βέβαια που δεν απέκλειε την αξιοποίηση από τον ίδιο των απόψεων και συμβουλών που γίνονταν πάντα με γνώμονα την ενίσχυση των θέσεών του και τη λήψη των ορθών κατά την άποψή του λειτουργικών αποφάσεων. Άλλωστε, αυτό το επιδίωκε ο ίδιος συνειδητά. Η δυνατότητα αυτή αξιοποιούνταν ανάλογα από όσους ήθελαν να παραμείνουν στην εξουσία ή να διεκδικήσουν την εύνοιά του και να γίνουν μέλη του εξουσιαστικού κατεστημένου. Σε αντίθεση με το λενινιστικό κόμμα, στο σταλινικό κόμμα δεν υπήρχε διάλογος (σύγκρουση απόψεων) σε θέματα μεγάλων επιλογών, παρά μόνο στο επίπεδο της εκτέλεσης των αποφάσεων.

Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί για την περίπτωση του κόμματος του Λένιν ότι οι λειτουργικές συνθέσεις οι οποίες προέκυπταν από το διάλογο, από τη σύγκρουση απόψεων, θα ήταν μάλλον αδύνατες χωρίς έναν ηγέτη του κόμματος που είχε όλα τα φόντα να το πράττει αυτό και να πείθει, τελικά, με την ισχυρή λογική του και την αντίστοιχη τεκμηρίωση της άποψής του. Αυτό βέβαια προϋπέθετε, όπως είπα, την ύπαρξη κοινού θεωρητικού πλαισίου και κοινής θεωρητικής γλώσσας, αλλά και κοινού ιστορικού και πολιτικού στόχου και σκοπού, βέβαια.. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν συνθέσεις. Ο «διάλογος» θα εκφυλιζόταν σε παράλληλους μονολόγους και στην παγίωση των διαφόρων τάσεων, ακόμα και αν το κόμμα λειτουργούσε ως συλλογικότητα με δημοκρατικές αρχές και κανόνες.

Η ιστορική πείρα δείχνει ότι οι συλλογικότητες χωρίς τον χαρισματικό ηγέτη δεν οδηγούν σε συνθέσεις. Αυτό αφορά και τις συλλογικότητες οι οποίες λειτουργούν δημοκρατικά. Αυτή η θέση, βέβαια, χρειάζεται ειδική τεκμηρίωση, που δεν είναι δυνατό να επιχειρήσω εδώ.. Περιορίζομαι ν αναφερθώ στην άποψη του Ζορές Μεντβέγιεφ ότι ο Στάλιν είχε προβληθεί ως χαρισματικός ηγέτης, ενώ δεν ήταν . Ο Στάλιν ήταν, λέει ο Μεντβέγιεφ, ένας «ψευδοχαρισματικός» ηγέτης, προσθέτοντας ότι το «ψευδοχάρισμα» «είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν αποτελεσματικής ή μέγα- προπαγάνδας, παρά σημάδι εξαιρετικής διάνοιας ή μοναδικού προφητικού ταλέντου» (Βλ. Μεντβέγιεφ, όπ. π. σελ. 91). Θα πρέπει όμως να πω ότι ο Στάλιν ήταν πειστικός προς τις εργατικές μάζες (της Ρωσίας), ενέπνεε δύναμη και αυτοπεποίθηση (μαζί βέβαια και φόβο) και ήταν ένας ηγέτης με μεγάλες οργανωτικές ικανότητες, χωρίς τις οποίες θα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ως δικτάτορας ενός τεράστιου συγκεντρωτικού κράτους.

Βέβαια, και ένας χαρισματικός ηγέτης μπορεί να γίνει δικτάτορας. Όμως αυτός δεν ενδιαφέρεται για την ύπαρξη συλλογικοτήτων με κριτικό πνεύμα οι οποίες λειτουργούν με δημοκρατικό τρόπο. Πάντως, σε ό,τι αφορά το Λένιν, η χαρισματικότητά του η οποία του επέτρεπε να οδηγηθεί σε συνθέσεις και σε κρίσιμες επιλογές ιστορικής σημασίας θα ήταν θεωρητικά και πολιτικά , από ιστορική άποψη, ανενεργή χωρίς τη συλλογικότητα του κόμματος στο οποίο ήταν εξασφαλισμένη η ισότιμη και ελεύθερη ανάπτυξη και σύγκρουση των ιδεών. Και ήταν αυτό κάτι που ο Λένιν συνειδητά και συστηματικά το επιδίωκε. Η θεωρία ότι ο Στάλιν ήταν «πιστός μαθητής του Λένιν», ότι το στιλ δουλειάς του Στάλιν προσιδίαζε σε εκείνο του Λένιν, ότι και στο κόμμα ήταν συνεχιστής του έργου του Λένιν κλπ. ήταν κατασκευές του ιδεολογικού χειραγωγικού του κατεστημένου.

Αυτά τα γνώριζαν οι μελετητές της ιστορίας του ΚΚΣΕ (Μπ.) και πριν ανοίξουν τα αρχεία του κόμματος. Τα διαθέσιμα στοιχεία το επέτρεπαν αυτό. Όσο κι αν το επιδίωκε το ιδεολογικό κατεστημένο, το υλικό αυτό δεν μπορούσε να μείνει εξ ολοκλήρου στα απόρρητα. Το γνώριζαν και οι μελετητές της ιστορίας του ΚΚΣΕ που εσκεμμένα κατασκεύασαν την ψεύτικη εικόνα του Στάλιν εξομοιώνοντάς τον ως πολιτικό, ακόμα και ως θεωρητικό, αλλά και ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα με το Λένιν. Θέτοντας όλη αυτή τη χειραγωγική επιχείρηση στην υπηρεσία του καθεστώτος της προσωπολατρίας.- αποκρύπτοντας με σπουδή και το γεγονός ότι ο Λένιν απεχθάνονταν την προσωπολατρία.

Αυτό που με πολλή σπουδή μπόρεσαν να το κρατήσουν κατά έναν απόλυτο τρόπο στα απόρρητα ήταν οι διαδικασίες οι οποίες συντελούνταν στο παρασκήνιο, όπου και κρίνονταν, σε μεγάλο βαθμό τα πράγματα.- ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις δίκες σκοπιμότητας. Πάντως, ένα μέρος των πληροφοριών που αναφέρονται σ αυτές τις διαδικασίες έγινε γνωστό μετά το 20-ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, κυρίως από ερευνητές που ήταν γνώστες εκ των έσω αυτών των διαδικασιών, χωρίς βέβαια κανένας να μπορούσε να γνωρίζει επακριβώς τις διεργασίες στη σκέψη του Στάλιν, που ήταν ο εμπνευστής αυτών των δικών, ειδικότερα ίσως της δίκης Μπουχάριν ,και πραγματικός αρχιτέκτονάς τους, με προέκταση της σκέψης του και εκτελεστή της θέλησής του το Βισίνσκι. Ο Μπουχάριν, που το γνώριζε αυτό, προσπάθησε με απανωτές επιστολές στο Στάλιν, από τη φυλακή (δείγματα αυτών των επιστολών δημοσιεύουν οι αδελφοί Μεντνβέγιεφ στο βιβλίο τους),.να αποτρέψει την εκτέλεση της απόφασής του για τη φυσική εξόντωσή του, πιστεύοντας ίσως στη δυνατότητα αναθεώρησής της επηρεάζοντάς τον να εφαρμόσει μιαν άλλη λογική – όχι τη λογική της φυσικής του εξόντωσης.. Μάταια, έτσι, που στο τελευταίο του γράμμα προς το Στάλιν, πριν από την εκτέλεσή του, ξεκινούσε, με τα λόγια: «Κόμπα (αυτό ήταν το ψευδώνυμο του Στάλιν στην παρανομία- Θ.Β.), τι σου χρειάζεται ο θάνατός μου;» Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός (μάλλον για τους ψυχολόγους μελετητές της προσωπικότητας του Στάλιν) ότι ο Στάλιν κράτησε αυτό το γράμμα του Μπουχάριν σε ένα από τα συρτάρια του για όλη την υπόλοιπη ζωή του (Μεντβέγιεφ...σελ. 481). Στο γράμμα αυτό αναφέρεται και ο Μίκλος Κουν, μολονότι .το βιβλίο του γράφτηκε πριν από την κατάρρευση της Σ..Ε, το 1988, δηλαδή πριν από το άνοιγμα των αρχείων του κόμματος και του κράτους. Αυτό είναι ενδιαφέρον, αφού έρχεται να πιστοποιήσει ότι πολλά (απόρρητα) πράγματα ήταν γνωστά πολύ πριν από το άνοιγμα των αρχείων. Και είναι επίσης ενδιαφέρον ότι οι αναφορές των αδελφών Μεντβέγιεφ που έχουν σχέση με τη δίκη Μπουχάριν, αλλά και με το παρασκήνιο, συμπίπτουν με εκείνες του Μίκλος Κουν. πράγμα που ενισχύσει την εγκυρότητα των όσων λέει ο Κουν στο βιβλίο του –με δεδομένο ότι το βιβλίο των Μεντβέγιεφ εκδόθηκε το 2003. Άλλωστε, οι συμπτώσεις αφορούν και στα συμπεράσματα..

Πάντως, αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, και που συγχρόνως γεννά μεγάλα ερωτήματα, είναι πώς ένας διανοούμενος, ένας θεωρητικός και πολιτικός ο οποίος διαμορφώθηκε και λειτούργησε με το έργο του σε συνθήκες δημοκρατικού εσωκομματικού καθεστώτος, με την ευχέρεια να λέει ελεύθερα τη γνώμη του (με τον γραπτό και τον προφορικό λόγο) προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς διακρίσεις και χωρίς τις οποιεσδήποτε αναστολές (πολιτικές, ιδεολογικές, ηθικές, ψυχολογικές) σχετικά με τη θέση που κατείχε αυτός στον οποίο απευθύνονταν η κριτική του. Πώς ένας μαρξιστής θεωρητικός και πολιτικός ο οποίος, σε κρίσιμα θέματα στρατηγικής (αλλά και τακτικής) του κόμματος, ήρθε πολλές φορές σε αντιπαράθεση με το Λένιν, ένας δάσκαλος που ως επικεφαλής Σχολής (της Σχολής Μπουχάριν) στη δεκαετία του 1920, παρήγαγε μια πλειάδα μαρξιστών διανοουμένων, πώς μια ηγετική προσωπικότητα με μεγάλο κύρος στη σοβιετική διανόηση, ακριβώς χάρη στο κριτικό του πνεύμα και την αναγνωρισμένη ευρεία παιδεία του, μία προσωπικότητα που από την ίδια της τη «φύση» ήταν αδύνατο να λειτουργήσει σε ένα κομματικό καθεστώς του οποίου ήταν ακριβώς η καίρια άρνησή του, δέχτηκε τελικά όχι μόνον να υποταχτεί στο σταλινικό καθεστώς, αλλά και στον ίδιο το Στάλιν, πώς έφτασε να τον εκθειάζει κατά τον ίδιο τρόπο που το έπραττε το χειραγωγικό ιδεολογικό και προπαγανδιστικό του κατεστημένο; Πώς έφτασε να αποδεχτεί το πλαστό κατηγορητήριο του Βισίνσκι, και να δηλώσει; «κλίνω την κεφαλή μπροστά στο κόμμα και στη χώρα», δεχόμενος την όποια ποινή του δικαστηρίου, και για να πει ακόμα ότι τα «εγκλήματά του» επιδέχονται την δεκάκις καταδίκη εις θάνατον!.

Και από τη σχετική βιβλιογραφία προκύπτει ότι είναι αδύνατο να λάβει απάντηση με πληρότητα αυτό το ερώτημα.. Όχι μόνον εξαιτίας της ασυνήθιστης ιδιαιτερότητας του φαινομένου, αλλά και του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Μπουχάριν, ειδικότερα με το σκεπτικό το οποίο αναπτύσσει για να δικαιολογήσει τη μεταμέλειά του, τη μετάνοιά του, επιχειρεί να υψώσει ένα λογικό τείχος σε όποιον θα ήθελε να αμφισβητήσει την ορθότητα της καταδίκης του από το «σοβιετικό δικαστήριο».

Εννοείται ότι, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο αυτού εδώ του κειμένου ένα τέτοιο εγχείρημα, αν τελικά αποφάσιζα αυτό να το τολμήσω. Θα περιοριστώ στην επιγραμματική παρουσίαση των εξηγήσεων που δίνει ο Μ. Κουν και οι Μεντβέγιεφ (οι οποίοι και αναφέρονται σε μια ευρύτερη βιβλιογραφία), ενώ θα επιχειρήσω να προσθέσω σ αυτές τις εξηγήσεις μία ακόμα, δική μου, η οποία πιστεύω ότι ανοίγει ένα παράθυρο για την μελέτη του εσωτερικού συνειδησιακού κόσμου ατόμων που η ταύτισή τους με μια ιδέα, ένα σκοπό, ένα έργο, όταν αυτή προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της ειδολογικής ταυτότητας του ατόμου, καθορίζοντας κατά έναν απόλυτο τρόπο την προσωπικότητά του και το νόημα της ζωής του, το καθιστά επιρρεπές για κάθε τίμημα, ακόμα και την ηθική ταυτότητα του ίδιου του προσώπου του. Οι μελέτες μου σχετικά με το πρόβλημα της ταυτότητας του ανθρώπου (βλ Θ. Βακαλιός Το πρόβλημα της ταυτότητας του ανθρώπου, εκδ. Ψηφίδα, 2004), αλλά και σχετικά με την ταυτότητα του κομμουνιστή (βλ. Θαν. Βακαλιός ,Ο άνθρωπος μέσα στο επαναστατικό κίνημα, εκδ. Γρηγόρης, 1980) μου επιτρέπουν να προβώ σε αυτή την εξήγηση, που δεν αφορά βέβαια μόνο στη στάση του Μπουχάριν, αλλά σχεδόν όλων (με δύο-τρεις μόνον εξαιρέσεις) όσοι είχαν υποστεί τις σταλινικές δίκες σκοπιμότητας.

Μία από τις πλέον διαδεδομένες εξηγήσεις του φαινομένου της αποδοχής πλαστών κατηγοριών του δικαστηρίου και της αποδοχής των ποινών που τους είχαν επιβληθεί αναφέρεται στα βασανιστήρια και τις ψυχοσωματικές επεμβάσεις που αλλοιώνουν ακόμα και την κανονική λειτουργία του λογικού πυρήνα της ανθρώπινης συνείδησης. Στο θέμα αυτό υπάρχει μια αξιόλογη ψυχολογική βιβλιογραφία, βασιζόμενη και σε συγκεκριμένη έρευνα, στην οποία δεν υπάρχει λόγος εδώ να αναφερθώ. Θεωρώ ιδιαίτερα το πρώτο σκέλος αυτής της εξήγησης (τα βασανιστήρια) θα έλεγα κοινότυπο. Δεν εξηγεί τη στάση ισχυρών προσωπικοτήτων που είχαν υποστεί απάνθρωπα βασανιστήρια στις φυλακές της τσαρικής Οχράνας χωρίς να ενδώσουν σε αυτήν. Ο Μ.Κουν αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση της σκληροτράχηλης Γιακόβλεβα, συντρόφου στον κοινό αγώνα δίπλα και μαζί με τον Μπουχάριν, που ενέδωσε (ή αποφάσισε;) να καταθέσει εναντίον του Μπουχάριν, και να στηρίξει τις ψεύτικες κατηγορίες του Βισίνσκι. – η οποία, ωστόσο αργότερα μετάνιωσε γι αυτό. Όμως, για τον Μπουχάριν δεν ισχύει αυτή η διπλή αιτίαση, αν πιστέψουμε όσα είπε στην απολογία του για την κατάστασή του στη φυλακή, όπου «είχε τη δυνατότητα να δουλεύει μέχρι τη στιγμή που ολοκληρώθηκαν οι προετοιμασίες για τη δίκη του» (Μεντβέγιεφ, όπ. π. .σελ.464). Το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς ήταν Τα χειρόγραφα της φυλακής, που δημοσιεύτηκαν από το γιο του το 1996, στα οποία συγκαταλέγονται τα κείμενα Σοσιαλισμός και πολιτισμός και το δοκίμιό του πάνω στα Φιλοσοφικά τετράδια του Λένιν, με τον τίτλο Φιλοσοφικά αραβουργήματα (Βλ, παρουσίασή τους; Μεντβέγιεφ, όπ.π. σελ.462 κ.ε. και ερμηνείες για τη σκοπιμότητά τους).

Ισχυρό στοιχείο αιτιολόγησης της στάσης του Μπουχάριν είναι οπωσδήποτε η άποψη ότι ο φόβος για την τύχη των δικών του, της νεαρής γυναίκας του και του μικρού γιου του ήταν μία από τις σημαντικότερες αιτίες για τη «σύμπραξή» του με τους δημίους του. Πολύ περισσότερο που η γυναίκα του ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να φυλάξει την διαθήκη του προς το κόμμα, στο κείμενο- επιστολή με τον τίτλο «προς μια μελλοντική γενιά ηγεσίας του Κόμματος», από την οποία ζήτησε να την απομνημονεύσει, λέγοντας: «Είσαι νέα» και θα «ζήσεις αρκετά για να δεις άλλους ανθρώπους στην ηγεσία του Κόμματος». Πράγμα που το έκανε η γυναίκα του επαναλαμβάνοντας μέσα της διαρκώς για είκοσι χρόνια το περιεχόμενό της επιστολής σε όλες τις καταστάσεις της δικής της οδύσσειας σε φυλακές, στρατόπεδα και εξορίες. Η επιστολή αυτή, την οποία η Λαρίνα.(γυναίκα του Μπουχάριν) είχε στείλει στο Χρουστιόφ (και μετά στους Μπρέζνιεφ, Αντρόποφ, Τσιερνιένκο και Γκορμπατσιόφ) έχει δημοσιευτεί πολλές φορές και προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Και είναι ενδεικτικό για το θέμα μας εδώ ότι όλοι οι σχολιαστές αναφέρονται στην περιγραφή της ΝιΚαΒεΝτέ από το Μπουχάριν ως μιας οργάνωσης που είχε μετατραπεί σε «δηλητηριώδη μηχανή που χρησιμοποιεί τις μεθόδους του Μεσαίωνα» για να κάνει τη βρόμικη δουλειά της με σκοπό να «τροφοδοτεί τη νοσηρή καχυποψία του Στάλιν, και φοβάμαι να πω περισσότερα» ( Μεντβέντγιεφ, όπ. π. σελ. 457 – 458).

Αποδεχόμενοι αυτή την εξήγηση είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι ο Μπουχάριν θεωρούσε πλέον τον εαυτό του ξοφλημένο ως ενεργό αγωνιστή για τη υπόθεση για την οποία μια ολόκληρη ζωή αγωνίστηκε, και για τη χώρα του ως μαρξιστή επαναστάτη. Αφού δεν είναι δυνατό να πιστεύει κανείς ότι ύστερα από την ηθική πτώση την οποία ο ίδιος είχε επιλέξει, εξευτελίζοντας ηθικά τον εαυτό του, θα μπορούσε να λογίζεται ως επαναστάτης μαρξιστής, γνώρισμα του οποίου είναι το ηθικό του ανάστημα, κάτω από οποιεσδήποτε καταστάσεις. Κι όμως εκείνο που χαρακτήριζε την προσωπικότητά του ήταν η σταθερή και ανυποχώρητη θέλησή του να υπηρετήσει την υπόθεση της επανάστασης και του σοσιαλισμού – πάντα όμως με την πεποίθηση και την επίμονη θέλησή του να το πράξει αυτό μέσα από το κόμμα.

Και είναι αυτό που κάνει ακατανόητη την «επιλογή» του να αποκηρύξει μπροστά στο δικαστήριο και σε όλο το κόσμο (αφού η δίκη ήταν ανοιχτή στους δημοσιογράφους) όλο το προηγούμενο εαυτό του (δεχόμενος ότι λειτουργούσε ως εχθρός του κόμματος και του λαού!) , και να δηλώσει ότι στη φυλακή, ύστερα από ήρεμε σκέψη, οδηγήθηκε στη μεταμέλεια, στη μετάνοιααναπτύσσοντας μπροστά στο δικαστήριο έναν συλλογισμό, ο οποίος από τη μία δικαιολογεί το κατηγορητήριο ( απορρίπτοντας μόνο την κατηγορία ότι θα μπορούσε να είναι ένοχος στο σχέδιο για την εξόντωση του Λένιν, για συμμετοχή στη δολοφονία του Κίροφ και ότι συμμετείχε στην δήθεν δολοφονία του Γκόρκι!) και από την άλλη, παράλληλα, πιστοποιεί τη γνησιότητα της μεταμέλειάς του, πιστεύοντας ότι έτσι δημιουργεί την ηθική προϋπόθεση για να φύγει από τη ζωή χωρίς το βάρος της προδοσίας απέναντι στο κόμμα και το λαό. Εξηγώντας ότι η πράξη του αυτή δεν έχει σχέση με την χριστιανική μορφή εξομολόγησης και μετάνοιας.

Θα δώσω μόνο ένα απόσπασμα από αυτό το μέρος της απολογίας του το οποίο και θα σχολιάσω, χωρίς να τολμήσω βέβαια εδώ να προχωρήσω σε περαιτέρω αναλύσεις, πράγμα ιδιαίτερο δύσκολο, εξαιτίας και της αναξιοπιστίας αυτού του συλλογισμού, αυτού του σκεπτικού.. Πάντως, είναι ενδεικτικό το ότι αυτή την έσχατη στιγμή της ζωής του ενώ το κόμμα δεν κάνει καμία προσπάθεια να τον δεχτεί πίσω, στις γραμμές του (με την ελπίδα ότι αυτό θα του επέτρεπε να επιδιώξει να παίξει και πάλι έναν διακριτό ρόλο στο κόμμα), πράγμα που το επιδίωξε με διάφορους τρόπους παλιότερα, κυρίως με γραπτά κείμενά του, και με δηλώσεις του στην Κ.Ε. του κόμματος, όσο παρέμεινε τακτικό ή και αναπληρωματικό μέλος της. Τώρα ήταν ποια σαφές ότι ο Στάλιν δεν επιδίωκε μόνον την πολιτική, αλλά και τη φυσική του εξόντωση. Αυτό προκύπτει από τις αναφορές και τις αναλύσεις του Μ.Κουν. Η φυλάκισή του, οι ανακρίσεις και η ίδια η δίκη εδραίωσαν κατά έναν απόλυτο τρόπο τη βεβαιότητα ότι σύντομα θα έπαυε να ζει.

Στην κατάσταση αυτή δεν του έμεινε άλλο παρά η ηθική του εξιλέωση, ο καθαρμός της ψυχής με αυτοτιμωρία. – αφού προηγουμένως είχε απορρίψει την ιδέα της αυτοκτονίας.. Το ερώτημα είναι από τι; Από εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξε; Η προσπάθειά του για ηθική εξιλέωση προϋπέθετε την αναγνώριση των «εγκλημάτων» του, την αποδοχή του κατηγορητηρίου. Αλλά με δεδομένο ότι όλες οι ενέργειές του, και στο δικαστήριο, ήταν ενέργειες ενός πολιτικού με σταθερή και αταλάντευτη ιδεολογική στράτευση, το ερώτημα είναι: α) ποιον πολιτικό στόχο εξυπηρετούσε αυτή η ενέργεια – αν για μια στιγμή αγνοήσουμε την ακύρωσή του από το γεγονός ότι με τη θέλησή του δέχτηκε τον ηθικό αυτοεξευτελισμό του, β) πώς αυτή η ενέργειά του συνάδει με την ιδεολογική του ταυτότητα; και γ) από ποιον ζητά ηθική εξιλέωση!

Ας δούμε τα σημεία εκείνα της απολογίας του που επιτρέπουν και δικαιολογούν την εξήγηση της ανάγκης του Μπουχάριν για μεταμέλεια, για μετάνοια.

«Τώρα θα μιλήσω για τον εαυτό μου, θα πω τι με οδήγησε στη μεταμέλεια. Σ αυτό βέβαια και οι αποδείξεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο. Τρεις μήνες πεισματικά αρνιόμουν, τελικά όμως άρχισα να ομολογώ.. Γιατί; Γιατί στη φυλακή επανεκτίμησα όλο το παρελθόν μου. Ο άνθρωπος διερωτάται: αν πεθάνω, στο όνομα τίνος θα πεθάνω; και ξαφνικά του αποκαλύπτεται η απάντηση : δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο θα πρέπει κανείς να πεθάνει, αν θέλει χωρίς μεταμέλεια να φύγει από τις γραμμές των ζωντανών. Αντίθετα, όλα αυτά τα καλά που προσφέρει η Σοβιετική Ένωση αποκτούν μια άλλη σημασία στη συνείδηση του ανθρώπου. Τελικά αυτό με έπεισε να κλίνω την κεφαλή μπροστά στο κόμμα και τη χώρα.......

Και αν κάποιος ρωτήσει : καλά, καλά αν από κάποιο θαύμα δεν πεθάνεις, προς τι όλο αυτό (η μεταμέλεια – μτφ); Αξίζει να μείνεις μοναχικός, ως εχθρός της πατρίδας, σε αναξιόπιστη για τον άνθρωπο κατάσταση, μακριά από κάθε τι; Σ αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι η ίδια. Και τότε, συμπολίτες δικαστές, απότομα εξαφανίζεται η πικρία, η οργή και η έπαρση, που πιέζει την ψυχή του ανθρώπου. Και ακούει και την ηχώ από τον διεθνοποιημένο αγώνα, αφού εμφανίζεται η ηθική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον των αντιπάλων της που υποκύπτουν μπροστά τη»..

Στην απολογία του ο Μπουχάριν αποδέχεται τη λογική του Βισίνσκι ότι η απόκλιση από την άποψη του μπολσεβικισμού σημαίνει την προσχώρηση στον αντεπαναστατικό συμμοριτισμό, ότι ο αγώνας ενάντια στη γραμμή του κόμματος είναι συγχρόνως και αγώνας ενάντια στη σοβιετική εξουσία. Αυτή ήταν και η λογική όλης της ηγεσίας του κόμματος, όλης της Κεντρικής Επιτροπής, με εξαίρεση ίσως; την Κρούπσκαγια και την Ουλάνοβα, την αδερφή του Λένιν. Και γι αυτό έχουν δίκιο οι Μεντβέγιεφ όταν λένε ότι η ευθύνη για τα εγκλήματα είναι συλλογική (όπ.π. σελ.101). .. Αυτή η λογική ουσιαστικά καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε αντιπολίτευση στο κόμμα. Ακόμα και η σοβαρή αντιγνωμία εκλαμβάνεται ως ένδειξη ή και απόδειξη για τις εχθρικές προθέσεις του εν λόγω στελέχους απέναντι στο κόμμα. Έτσι έγινε στο ΚΚΕ, επί ηγεσίας Νίκου Ζαχαριάδη, ο χαρακτηρισμός «αντιηγετικός» μομφή που αυτόματα έθετε αυτόν προς το οποίο απευθυνόταν εκτός της Κ Ε ή ακόμα και εκτός του κόμματος, με προεκτάσεις έως και τη δίωξή του. Βλέπε την περίπτωση Κώστα Καραγιώργη.

Δεχόμενος ότι όταν ο Μπουχάριν αποφάσισε να συνεργαστεί με το δικαστήριο λειτούργησε και ως πολιτικός, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτό είχε να κάνει με την ιδεολογική του ταυτότητα, στην καρδιά της οποίας είναι το κομμουνιστικό κόμμα και η Σοβιετική Ένωση – είναι ο μπολσεβικισμός. Ο Μπουχάριν θέλει να μείνει στη συνείδηση του κόμματος και του λαού ότι εξακολουθεί να είναι πιστός στον μπολσεβικισμό- στο κόμμα, στη Σ. Ε., στη λενινιστική ιδέα της επανάστασης. Αναγκαίο βήμα γι αυτό είναι να αποσείσει από πάνω του την ιδέα ότι είναι εχθρός του κόμματος, του λαού, κατάσκοπος, αντεπαναστάτης, τρομοκράτης.... Για να το πετύχει αυτό θα πρέπει πρώτα να παραδεχτεί ότι ήταν όλα αυτά. Αυτό είναι το τίμημα για το επόμενο βήμα – που είναι η μετάνοια, η μεταμέλεια. Όμως, δεν ζητά συγχώρεση, άφεση αμαρτιών, όπως συμβαίνει με τον χριστιανό που αμάρτησε., Ωστόσο, τον βασανίζει το ερώτημα «αν πεθάνω στο όνομα τίνος θα πεθάνω:» Θα πεθάνει στο όνομα εκείνου που θεωρεί ως κάτι δικό του, στη δημιουργία του οποίου συνέβαλε ο ίδιος με όλο του το είναι. Ο Μπουχάριν θεωρεί ως δική του τη Σοβιετική.Ενωση. Είναι ταυτισμένος με τη Σ. Ε.. Όχι με το Στάλιν, βέβαια. Αυτό προκύπτει από μια προσεκτική ανάγνωση της απολογίας του. Και δεν μετανοεί ενώπιον του Στάλιν (ούτε ενώπιον της Κ.Ε. που είναι ταυτισμένη μαζί του), μολονότι με τα απανωτά διαβήματά του (που συνοδεύουν τα κείμενα – μελέτες της φυλακής που στέλνει στο Στάλιν) «το πρώτο πράγμα που τον ενδιέφερε .... ήταν να αποδείξει ότι ήταν άξιος εμπιστοσύνης και ότι δεν ήταν ούτε “εχθρός του λαού”, ούτε κατάσκοπος, ούτε τρομοκράτης, αλλά ένας νομιμόφρων, αφοσιωμένος οπαδός του Στάλιν και μαθητής του Λένιν» (Μεντβέγιεφ,σελ. 466- 467).

Βέβαια, ποτέ δεν ήταν ο Μπουχάριν «αφοσιωμένος οπαδός του Στάλιν», ούτε τώρα. Θα μπορούσα να πω πολύ περισσότερο τώρα. Σύγχυση προξενεί στον αναγνώστη το γεγονός ότι στην απολογία του ταυτίζει τον Στάλιν με τη Σ.Ε. Μάλιστα, εκθειάζει τα επιτεύγματά της – χρησιμοποιώντας έναν τόνο άκρατης υπερβολής, στην καρδιά της δεκαετίας του 1930, σε ένα κλίμα γενικευμένου τρόμου και ηθικής ανομίας μιλά για «ηθική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης εναντίον των αντιπάλων της που υποκύπτουν μπροστά της»,τονίζοντας ότι αυτό οφείλεται «στη σοφία των ηγετών της χώρας», πρωτίστως «πραγματικά οφείλεται στον Στάλιν».

Η εκτίμησή μου είναι ότι αυτή η εξιδανικευμένη εικόνα της Σ.Ε, συνοδευόμενη με το λιβάνισμα, ας το πούμε έτσι, του Στάλιν, δεν είχε να κάνει κυρίως με την αμυδρή έστω ελπίδα ότι ο Μπουχάριν μπορούσε να αποφύγει το θάνατο. Αποστασιοποιημένη . από το Στάλιν, αυτή η εξιδανικευμένη εικόνα της Σ.Ε. είχε να κάνει κυρίως με την αναζήτηση της απάντησης στο δραματικό ερώτημα : «στο όνομα τίνος θα πεθάνω; ». Η απάντηση που ταίριαζε στην επαναστατική μπολσεβίκικη ιστορία και ζωή του Μπουχάριν ήταν: στο όνομα αυτής της (εξιδανικευμένης) Σοβιετικής Ένωσης! Στο όνομα της ιστορίας στη διαμόρφωση της οποίας συμμετείχε ενεργά και ο ίδιος. Αυτή η εξήγηση φαίνεται να ενισχύεται από τη βεβαιότητά του ότι η εποχή του Στάλιν είναι παροδική, ότι είναι ορατή ( για τη γενιά της νεαρής γυναίκας του) μια άλλη εποχή όταν άλλοι άνθρωποι θα ηγούνται του κόμματος και της χώρας. Έτσι, πίστευε, μάλλον, ο Μπουχάριν ότι μπορούσε να δώσει νόημα στο θάνατό του, σ αυτό το μέγα ερώτημα για έναν επαναστάτη, για έναν πολιτικό και κοινωνικό διανοούμενο, ιδιαίτερα όταν βρεθεί σε μία κατάσταση η οποία διαχέεται από το κλίμα του παραλόγου, από την οποία απορρέει η αδυναμία λογικής εξόδου από αυτήν. Το ά-λογο παράλογο γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί από ένα λογικό ή λογικοφανές παράλογο. Η »εκλογίκευση» του α- λόγου εμφανίζεται ως μορφή διεξόδου από το λογικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε (ή περιήλθε) ο Μπουχάριν. Αυτό το πετυχαίνει , ή πιστεύει μάλλον ότι το πετυχαίνει, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς την εξιδανικευμένη εικόνα της ΣΕ, δηλαδή μια εικόνα με αντικειμενική ιστορική υπόσταση. Με άλλα λόγια ακουμπά τη σκέψη του και τη φαντασία του σε κάτι που το θεωρεί δικό του – τη Σοβιετική Ένωση, για τη δημιουργία και ανάπτυξη της οποίας έχει δώσει όλη του τη ζωή. Στο επίπεδο αυτό της φαντασίας η εικόνα της Σ.Ε. είναι αποσχετισμένη από το Στάλιν. Παράλληλα ο Στάλιν φραστικά αναγνωρίζεται ως η προσωποποιημένη συμπίκνωσή της, αλλά και ως ηγέτης που έχει από πίσω του την υποστήριξη του κόμματος και του μεγαλύτερου μάλλον μέρους του λαού. Το κάνει αυτό ο Μπουχάριν για λόγους τακτικής ή / και επειδή θέλει να εμφανιστεί ως ρεαλιστής; Το κάνει μάλλον για λόγους τακτικής, που στοχεύουν στην αποφυγή της θανάτωσής του, που είναι και το πλέον ρεαλιστικό!

Αυτή η πολύπτυχη αλλοτρίωση της συνείδησης με τις αλληλοαναιρούμενες αντιφάσεις της έχει την αιτία της στο ότι ο Μπουχάριν ως πολιτικός δεν μπόρεσε να αποσυνδέσει τη Σοβιετική Ένωση και το κόμμα από το Στάλιν. Δεν μπόρεσε να ακολουθήσει το παράδειγμα του Τρότσκι. Ο Μπουχάριν έμεινε δέσμιος της άποψης ότι ο τροτσκισμός οδηγεί στην αντεπανάσταση. Στο θέμα αυτό εξ αρχής ταυτιζόταν με την άποψη του Στάλιν, και του κυρίαρχου τμήματος της Κ.Ε.(όλης της Κ.Ε. επί ηγεμονίας Στάλιν).Αυτό επαναλαμβάνει και στην απολογία του λέγοντας ότι «η μοίρα του Τρότσκι είναι η αντεπαναστατική πολιτική».

Πάντως, αξίζει νομίζω εδώ να υπενθυμίσω – χωρίς να προχωρώ σε σχολιασμούς και σε αναλύσεις- ότι ο Τρότσκι, που μίλησε για προδοσία της επανάστασης από το Στάλιν, έκανε σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο Στάλιν και τη Σ.Ε. υπερασπίστηκε την Σ.Ε. την οποία ήθελε να απαλλάξει από το Στάλιν, από το σταλινικό καθεστώς και τη σταλινική σοβιετική γραφειοκρατία. Στο βιβλίο του Η προδομένη επανάσταση. Τι είναι και που πάει η σοβιετική Ένωση; (δημοσιεύτηκε το 1936)ο Τρότσκι μιλά για τη Σ.Ε. σαν τη δική του πατρίδα (βλ. Τρότσκι, Η προδομένη επανάσταση β΄ έκδοση, εκδόσεις Αλλαγή, 1984, , σελ. 157 – 8, 170, 178, 186-188).

Δεν θα προχωρήσω τώρα στην αποτίμηση αυτού του βιβλίου και όλης της πολιτικής φιλοσοφίας και πρακτικής του Τρότσκι. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι το γεγονός ότι η αποστασιοποίησή του από το σταλινικό κόμμα και τη σταλινική σοβιετική γραφειοκρατία, ακόμα, η αποστασιοποίησή του και από την Κομιντέρν επέτρεψε στον Τρότσκι να διατηρήσει την ταυτότητα του λενινιστή επαναστάτη, με την αυτόνομη δική του άποψη για το σοσιαλισμό, για την επανάσταση, για το εργατικό κίνημα, αλλά και για το κομμουνιστικό κόμμα και τον μπολσεβικισμό. Αυτό του επέτρεψε να διαμορφώσει και αναπτύξει τη δική του αυτόνομη στάση απέναντι στη Σ.Έ., που τη θεωρούσε και δικό του δημιούργημα, όπως και ο Μπουχάριν,( και όλοι οι ηγέτες της λενινιστικής φρουράς που διώχθηκαν και εξοντώθηκαν από τον Στάλιν), την οποία και ήθελε να τη δει να επανέρχεται στην λενινιστική της τροχιά, όπως την ερμήνευε και την ήθελε ο ίδιος και οι τροτσκιστές, όσο η Σ.Ε. υπήρχε ως κρατική οντότητα, Και είναι από αυτή την άποψη ενδεικτικό ότι οι τροτσκιστές χαιρέτισαν την περεστρόικα στην πρώτη φάση της , όταν η ΝΕΠ εμφανιζόταν ως το πλαίσιο αναφοράς για την επεξεργασία και ανάπτυξη της νέας οικονομικής πολιτικής η οποία, πίστευαν,θα υπηρετούσε την περεστρόικα, ένας από τους στόχους της οποίας ήταν και η πλήρης αποσταλινοποίηση του κόμματος και του συστήματος με την προβολή της πολιτικής της γκλαστνόστ, της διαφάνειας και της δημοκρατίας.

Αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι τοποθετούμε εδώ άκριτα υπέρ του Τρότσκι,. και του τροτσκισμού.. «Απλώς» τονίζω κάτι το πολύ σημαντικό: ότι ο Τρότσκι αποστασιοποιημένος από το Στάλιν (και πολεμώντας ανοιχτά και με συνέπεια το σταλινικό σύστημα, τη σταλινική σοβιετική γραφειοκρατία), μπόρεσε να διατηρήσει ή και να αναπτύξει αυτόνομα την κριτική δημιουργική προσωπικότητά του., πράγμα που ήταν αδύνατο να το πράξει παραμένοντας στο κόμμα και στη Σ.Ε., που βέβαια τον περίμενε η φυσική του εξόντωση! Ήταν βέβαια γνώρισμα της προσωπικότητας και του Τρότσκι, όπως και όλων μάλλον των πρωτοκλασάτων στελεχών της λενινιστικής φρουράς, η απολυτότητα με την οποία υποστήριζαν τις απόψεις τους και η τάση «κάθετης» απόρριψης των απόψεων που απόκλιναν από τις δικές τους, ακόμα και από τη δική τους πολιτική, όταν είχαν την ευχέρεια (ή πίστευαν ότι είχαν την ευχέρεια) να την περάσουν ή και να την επιβάλουν στο κόμμα και στο λαό. Ο ολοκληρωτισμός ήταν γνώρισμα όλων ή σχεδόν όλων. Γι αυτό οι διαφορετικές απόψεις, κυρίως όταν αυτές εκφραζόταν με τη μορφή φράξιας μέσα στο κόμμα, δηλαδή οργανωμένης ξεχωριστής ομάδας με παραταξιακά χαρακτηριστικά, αντιμετωπίζονταν ως κάτι εχθρικό και επιζήμιο για το κόμμα, αφού αμφισβητούσε έμπρακτα την ενότητα του κόμματος, μια ιδέα που επί Στάλιν απόχτησε τα χαρακτηριστικά ιερής αρχής, που η παραβίασή της ισοδυναμούσε με αμάρτημα, ακόμα και με τη θρησκευτική έννοια. Γι αυτό και η επιστροφή του «φραξιονιστή» στο κόμμα έπρεπε να συνδυαστεί με την καταλυτική αυτοκριτική του. Πάντως και αυτή η «αρχή» στη δεκαετία του 1930, ειδικότερα μετά τις δίκες Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ, είχε εντελώς καταργηθεί στο σταλινικό κόμμα. Ο Στάλιν, και κατ επέκταση η Κ.Ε. δεν δεχόταν τους «μετανοήσαντες». Θεωρούσε ψεύτικη την αυτοκριτική τους – κάτι που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν έτσι. Βέβαια, γι αυτό δεν έφταιγαν τα άτομα με κριτικό πνεύμα και με διαφορετικές απόψεις. Έφταιγε η έλλειψη δημοκρατίας που υποχρέωνε τα στελέχη και μέλη του κόμματος με κριτικό πνεύμα, ή έστω με διαφορετική άποψη από εκείνη του ηγέτη, της ηγεσίας του κόμματος, να αναπτύξουν την υποκριτική τους ικανότητα για να βρεθούν και πάλι ανάμεσα στους ενεργούς αγωνιστές, αφού γι αυτούς δεν υπήρχε άλλος χώρος να αγωνιστούν ως πολιτικά πρόσωπα για το σοσιαλισμό, για την επανάσταση από το σταλινικό κόμμα. (Βλ. για το θέμα αυτό σχετικές αναλύσεις μου στο βιβλίο Θ. Βακαλιός, Ο άνθρωπος μέσα στο επαναστατικό κίνημα, εκδ. Γρηγόρης, 1980).

Αυτό ακριβώς το κρίσιμο όριο είχε υπερβεί ο Τρότσκι συγκροτώντας σε ξεχωριστό δικό του (λενινιστικό) κόμμα και δική του (4-η) Διεθνή. Επρόκειτο γα την υπέρβαση ενός καθεστώτος σκέψης και κομμουνιστικής πρακτικής σύμφωνα με το οποίο ο κομμουνιστής με κριτικό πνεύμα που ήθελε να διατηρήσει την ιδιότητα του κομμουνιστή έπρεπε να βρει τη θέση του μέσα στο κόμμα, ακόμα και αν αυτό συνεπαγόταν την απώλεια της αυτόνομης προσωπικότητάς του. Ήταν και ο όρος για ν αλλάξει το κόμμα από τα μέσα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στελέχη (με ορισμένη προσωπικότητα και με κριτικό πνεύμα) να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να παρέμβουν με σκοπό την αλλαγή. Αυτό στην περίπτωση του σταλινισμού, προϋπόθετε το θάνατο του Στάλιν! Στο σταλινικό κόμμα (και μάλλον σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της Τρίτης Διεθνούς) η ιδιότητα του κομμουνιστή ήταν συνυφασμένη με την ιδιότητα του μέλους του κόμματος. Η απώλεια της ιδιότητας του μέλους του κόμματος σήμαινε την απώλεια της ιδιότητας του κομμουνιστή Αυτή τη λογική και αυτή την κομμουνιστική κομματική φιλοσοφία και πρακτική την πρέσβευε και ο Μπουχάριν.

Σ αυτή την αντίληψη, που αποτελούσε την πεμπτουσία της σταλινικής κομματικής φιλοσοφίας και πρακτικής με προεκτάσεις και στην πολιτική του φιλοσοφία, δεν χωρούν οι φράξιες. Όμως αυτό δεν ταίριαζε με την εικόνα την οποία παρουσιάζει η ιστορία του κόμματος του Λένιν. Έτσι, που για να εμφανιστεί ο Στάλιν, και σ αυτό το θέμα, ως ο πιστός μαθητής και συνεχιστής του έργου του Λένιν, έπρεπε να παραβιαστεί η ιστορική αλήθεια. Πράγμα, που όπως είδαμε,το είχε κάνει ο ίδιος και το ιδεολογικό του κατεστημένο με απόλυτη συνέπεια.

.

Από αυτή την άποψη ο Τρότσκι αποκαθιστά την αλήθεια όταν λέει ότι με το Λένιν στην κεφαλή της ηγεσίας του κόμματος η «ελευθερία της κριτικής και η ιδεολογική πάλη ήταν το αμετάκλητο περιεχόμενο της δημοκρατίας στο Κόμμα.. Η τωρινή θεωρία ότι ο Μπολσεβικισμός δεν άντεχε τις φράξιες είναι ένας μύθος της εποχής της παρακμής. Στην πραγματικότητα η ιστορία του Μπολσεβικισμού είναι η ιστορία της πάλης των φραξιών...» Διευκρινίζοντας ότι οι ιδεολογικές συγκρούσεις και η δημιουργία ομάδων μέσα στο κόμμα είναι γνώρισμα της γνήσιας επαναστατικής οργάνωσης, τολμηρών δημιουργικών ατόμων που θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, προσθέτοντας την κρίσιμη παρατήρηση ότι οι αντιπαραθέσεις χαρακτήριζαν ένα κόμμα το οποίο λειτουργούσε με βάση τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, (Τρότσκι, όπ.π.. σελ. 83 -85) κατά τρόπο θα έλεγα εγώ, που επέτρεπε στην ηγεσία του να προχωρεί σε συνθέσεις που λύνουν τα προβλήματα τα οποία ανέκυψαν και οδηγούν το κόμμα, ως συνολική οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική οντότητα να τραβάει μπροστά, χωρίς να καταργεί την ελευθερία της κριτικής και της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης που το παρακολουθεί και το χαρακτηρίζει σε όλη την ιστορική του διαδρομή.

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να επαναλάβω ότι είναι αμφίβολο αν ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός θα μπορούσε να λειτουργήσει κατ αυτόν τον τρόπο χωρίς ένα κοινό θεωρητικό πλαίσιο (το μαρξισμό) και κυρίως χωρίς την χαρισματική προσωπικότητα του Λένιν, με τη βαθιά θεωρητική- φιλοσοφική και την ευρύτερη παιδεία του, αλλά και χωρίς την πολιτική του διορατικότητα, την ικανότητά του να προχωρεί σε συνθέσεις στο επίπεδο της σκέψης, μαζί με την ικανότητα του να πείθει για τις απόψεις του, αλλά και τη θέλησή του να χρησιμοποιεί την πειθώ ως τη μέθοδο, αλλά και ως όρο για την συνοχή, την ενότητα του κόμματος, που ποτέ δεν την αντιμετώπιζε με σταθερούς και παράλληλα στατικούς όρους. Ο διαλεκτικός στη σκέψη και στην πολιτική πράξη Λένιν ήταν το σήμα κατατεθέν του μπολσεβίκικου κόμματος για το οποίο μιλά ο Τρότσκι. Και είναι βέβαιο ότι μετά το θάνατο του Λένιν το κομμουνιστικό κίνημα δεν γέννησε μια τέτοια προσωπικότητα, αλλά και αμφίβολο αν με τη σταλινοποίησή του το κομμουνιστικό κόμμα, το κομμουνιστικό κίνημα θα μπορούσε να γεννήσει μια τέτοια προσωπικότητα. Γι αυτό είναι χωρίς αντίκρισμα η τάση να εμφανίζεται ο Λεόν Τρότσκι ως εφάμιλλη θεωρητική και ηγετική προσωπικότητα με τον Λένιν, μολονότι διέθετε κάποια από τα γνωρίσματά του, όπως το κριτικό του πνεύμα, η αναλυτική και συνθετική του ικανότητα, με πολλά στοιχεία διαλεκτικής σκέψης, η οξυδέρκειά του όσον αφορά την κατάληξη του σταλινικού κόμματος και του σταλινικού σοσιαλισμού. Ίσως η αδυναμία του Μπουχάριν να το αντιληφθεί αυτό σε όλο του το βάθος ήταν ότι «δεν είχε καταλάβει ποτέ πλήρως» τη διαλεκτική (Λένιν), την οποία «πέτυχε» να δογματοποιήσει ο Στάλιν!

Ο Στάλιν είχε απολέσει την ταυτότητα του λενινιστή επαναστάτη, όπως και όλη η ηγεσία του κόμματος, μολονότι εξακολουθούσαν να θεωρούν (να υποστηρίζουν ότι θεωρούν) ως πρότυπο επαναστάτη, ακόμα και ως πρότυπο διανοητή, το Λένιν. Βέβαια, στο μεταξύ το σταλινικό κατεστημένο επιδίωξε επίμονα και μεθοδικά να διαμορφώσει την εικόνα του Λένιν που προσιδίαζε στην εικόνα του Στάλιν όπως αυτή εμφανιζόταν στην πραγματικότητα, με τις επιλογές και τις ενέργειές του στο επίπεδο της πολιτικής ή ακόμα και της θεωρίας.

Ο Μπουχάριν, ειδικά μετά την ρήξη του με το Στάλιν, προσπάθησε να αναβιώσει το πνεύμα του Λένιν για τη λειτουργία του κόμματος, καθώς και την πολιτική του φιλοσοφία (βλέπε την εισήγησή του στην Κ.Ε. του κόμματος για την πραγματική πολιτική διαθήκη του Λένιν), αλλά τελικά ηττήθηκε. Εξάλλου, δεν σκέφτηκε ποτέ τη δημιουργία άλλου κόμματος, ούτε αμφισβήτησε σοβαρά την αρχή της ενότητας του κόμματος ως υπέρτατης αρχής που η παραβίασή της ισοδυναμούσε με την προδοσία του μπολσεβικισμού. Στη δεκαετία, άλλωστε, του 1930 η σταλινική αρχή της πολιτικής και ιδεολογικής μονολιθικότητας του κόμματος είχε εξελιχθεί σε καθεστώς της κομματικής συνείδησης των μελών της Κ.Ε. με προέκταση σε όλο το κόμμα, έτσι που η οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα οδηγούσε σε πλήρη αποτυχία. . Με το Στάλιν η ενότητα κι η πολιτική και ιδεολογική μονολιθικότητα του κόμματος είχε πάρει το χαρακτήρα ιερής αρχής που η παραβίασή της ήταν παράπτωμα, με τα χαρακτηριστικά του θεοκρατικού χριστιανικού αμαρτήματος- με τις προεκτάσεις της σε όλο το υπερσυγκεντρωτικό σύστημα της χώρας. Και είναι ενδεικτικό νομίζω ότι σε όλη αυτή την περίοδο, αλλά και μετά, δεν μπόρεσαν να στεριώσουν τροτσκιστικές οργανώσεις στη Σ.Ε. Το λέω αυτό χωρίς πλήρη γνώση του θέματος.

Στην αποδοχή της αρχής της μονολιθικότητας του κόμματος θεωρώ βέβαιο ότι έπαιξε ρόλο και η απειλή της χιτλερικής Γερμανίας, αλλά και η κατάσταση του περικυκλωμένου φρουρίου, καθώς και η χειραγωγική της εκμετάλλευση από το σταλινικό ιδεολογικό κατεστημένο. Μέσα σ αυτό το κλίμα, μάλλον και στην αντίληψη του Μπουχάριν, η στάση του Τρότσκι ήταν μία στάση εχθρική προς την «πατρίδα», η οποία όσο και αν λειτουργούσε στη σκέψη του ανεξάρτητα από το Στάλιν, ωστόσο δεν ήταν δυνατό να αγνοηθεί το γεγονός ότι επικεφαλής της χώρας, πραγματικός της ηγέτης ήταν ο Στάλιν και ότι χωρίς αυτόν ήταν στην πράξη αδιανόητη η περιφρούρησή της, η αποτροπή της απειλής και η αντιμετώπιση της επικείμενης επίθεσης εναντίον της.

Δεν αισθάνομαι απολύτως έτοιμος να προχωρήσω στην ανάλυση των συνειδησιακών διεργασιών που συνεπάγεται αυτή η στάση του Μπουχάριν και τόσων άλλων. Και δεν υπάρχει λόγος βέβαια να το επιχειρήσω αυτό εδώ.. Πάντως, είναι βέβαιο ότι ο πατριωτισμός λειτούργησε ως ανασταλτικός παράγοντας που εμπόδισε πολλούς να στραφούν εναντίον του Στάλιν.

Ο Μπουχάριν δεν υποστήριξε ποτέ και δεν πίστευε, μάλλον, ότι ο Στάλιν πρόδωσε την επανάσταση.. Αν το πίστευε αυτό πιθανόν να ακολουθούσε το παράδειγμα του Τρότσκι. Η διαφορά του με τον Στάλιν αφορούσε το μοντέλο ανάπτυξης που έπρεπε να εφαρμόσει το κόμμα με βάση το υπόδειγμα της ΝΕΠ, με την εγγενή δημοκρατία που περιέκλεινε μέσα του οργανικά αυτό το υπόδειγμα Πράγμα που σήμαινε ότι η άποψή του ήταν στον αντίποδα της σταλινικής αναπτυξιακής επιλογής, με καθοριστικά σε αυτή την επιλογή τα στοιχεία της πολιτικής του «πολεμικού κομμουνισμού», στις νέες συνθήκες και με τις νέες δυνατότητες της κοινωνίας για την ταχύρυθμη εκβιομηχάνιση της χώρας, που ήταν στην καρδιά αυτής της επιλογής.

Ο Μπουχάριν δεν καλούσε σε επανάσταση τους εργάτες για την ανατροπή του σταλινικού γραφειοκρατικού καθεστώτος και του κόμματος* και δεν έβγαζε αυτό το κόμμα έξω

_______________________

* Ενισχυτική αυτής της εκτίμησης είναι η πληροφορία του ιστορικού (αντικομουνιστή) Αμντουράχμαν Αντορχάνοφ, την οποία ο Μ. Κουν θεωρεί πειστική, ότι σε μια εμπιστευτική συνάντηση – συζήτηση οπαδών του Μπουχάριν, το καλοκαίρι του 1930, οι οποίοι σκέφτηκαν να προχωρήσουν σε σοβαρότερες μορφές αντίστασης, στο ερώτημα αν πιστεύει και ο ίδιος ότι υπάρχει ανάγκη για χειρουργική επέμβαση, ο Μπουχάριν βρέθηκε αμήχανος να απαντήσει. Είπε μόνον ότι στο χέρι ενός απρόσεκτου χειρούργου το μαχαίρι μαζί με την εξαφάνιση του έλκους μπορεί ίσως να θέσει τέρμα στη ζωή του νεαρού οργανισμού. Ενώ στον αντίλογο ότι «αν το έλκος είναι θανατηφόρο, τότε ακόμα και μια τέτοια εγχείρηση είναι ανακούφιση για τον οργανισμό», ανέπτυξε τη σκέψη που για μας εδώ έχει την ιδιαίτερη αξία της. Είπε μεταξύ άλλων : «στην επανάστασή μας πρέπει να κάνουμε τη διαφορά ανάμεσα στη μεταβαλλόμενη μορφή του ανώτερου κυβερνητικού στρώματος και στο σταθερό περιεχόμενο του κοινωνικού συστήματος. Τα οράματα του σοσιαλισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης στο όνομα των οποίων κάναμε την επανάσταση , δεν μπορεί να γίνουν θύματα της πάλης που γίνεται στην κορυφή του κόμματος ανάμεσα σε διάφορες ομάδες. Η αδέξια οδήγηση του άριστου αυτοκινήτου δεν προκαλείται από λάθος του αυτοκινήτου. Είναι βλακεία να το καταστρέψουμε μόνον για να απομακρύνουμε τον οδηγό» O Μουχάριν έκανε σχεδόν μιας ώρας διάλεξη για να εξηγήσει ότι αν και δεν θέλει στο επικείμενο 16-ο συνέδριο του κόμματος να υποταχθεί πανηγυρικά μπροστά στο Στάλιν , ωστόσο δεν σκέπτεται να επιστρέψει στις προηγούμενες επιθέσεις του εναντίον του «αρχηγού».

-------------------------------------------------

από την έννοια της σοβιετικής πατρίδας παρά την αποστασιοποιμένη από το Στάλιν εικόνα της στη συνείδησή του.. Την εκτίμηση αυτή έρχεται να πιστοποιήσει η πληροφορία του Μίκλος Κουν σχετικά με το ταξίδι του στη Δύση..

Στις αρχές του 1936 ο Στάλιν είχε στείλει τον Μπουχάριν στη Δυτική Ευρώπη να διαπραγματευτεί με τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ,οι οποίοι είχαν φύγει από την πατρίδα τους και αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, την αγορά της διαθήκης των χειρογράφων του Μαρξ και του Ένγκελς. Είχε πάρει μαζί του και τη γυναίκα του. Ο Μπουχάριν ήταν ακόμα συντάκτης της Ισβέστια. Στις 3 Απρίλίοου στο Παρίσι, που ήταν και το τέρμα του ταξιδιού του στη Δυτική Ευρώπη, μίλησε σε μια εκδήλωση με θέμα τα πολιτιστικά προβλήματα της σύγχρονης εποχής. Εκεί ρωτήθηκε τι