ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ;
Ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο τέλος της ιστορίας του. Δεν μπορεί πλέον να υποσχεθεί τη δημιουργία ενός τρόπου ύπαρξης και λειτουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας, ανάλογο με τους πόρους, τον πλούτο και τις δυνατότητες που δημιούργησε η ανθρώπινη εργασία. Πρόκειται για το νομοτελειακό αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού που αρχίζει με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, συνεχίζεται με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τους λεγόμενους «τοπικούς πολέμους» και ολοκληρώνεται σήμερα – στην εποχή της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, της πυρηνικής ενέργειας, της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας.
Στην εποχή μας και μόνο το γεγονός ότι ο καπιταλισμός από τη φύση του γεννά πολέ-μους τον καθιστά επίφοβο ως τρόπο ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Με δεδομένη τη σύγχρονη πολεμική τεχνολογία και τη δυναμική της ο πόλεμος στην εποχή μας περικλείνει το βέβαιο κίνδυνο αφανισμού της ανθρωπότητας. Όμως, πέρα και μαζί με αυτό ο καπιταλισμός, με τις πολλαπλές εκφράσεις της λογικής που τον διέπει, αποτελεί πραγματική απειλή η οποία παρακολουθεί σε καθημερινή βάση και διαβρώνει ηθικά την ανθρωπότητα – την εθίζει στην παθητική αποδοχή του παράλογου και στην «προοπτική» καταστροφής της ανθρωπότητας! Αυτή η διεργασία στις συνειδήσεις των ανθρώπων συντελείται σε συνθήκες που, όπως διαπιστώνει η ετήσια Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη (1999), ο πλανήτης (η ανθρωπότητα) εξωθείται ολοταχώς σε «οικονομική, κοινωνική και οικολογική καταστροφή». Ωστόσο, συντάκτες της έκθεσης εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι. Εκφράζουν την (αβάσιμη) βεβαιότητα για την αποτροπή της πορείας προς την καταστροφή. Τη βεβαιότητα ότι το κεφάλαιο ή/ και τα στρατηγικά κέντρα του πολέμου τελικά θα ενδώσουν στο λογικό αίτημα της αποφυγής του παράλογου.
Είναι προφανές ότι σ αυτή την προσέγγιση η λύση του προβλήματος σε μια σοσιαλιστι-κή προοπτική είναι πέρα από τη σκέψη των συντακτών της έκθεσης. Και οφείλουμε να παραδεχτούμε, ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι δημοφιλής ειδικότερα για τους ερευνη-τές που εργάζονται σε δημόσιες υπηρεσίες, πολύ περισσότερο σε υπηρεσίες του ΟΗΕ, όπου η πολιτική ουδετερότητα του ερευνητή είναι απαιτητή – τουλάχιστον όσον αφορά τα επίσημα κείμενά του.. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού είναι μια πρόσθετη συνθήκη που δικαιολογεί την αποφυγή της ιδέας για μια τέτοια προοπτική.
Εξάλλου για ευρύτατα τμήματα ερευνητών και διανοουμένων φαίνεται να μην είναι πειστική η άποψη ότι ο καπιταλισμός έχει ξεπεράσει τα λογικά όρια της ιστορικής του, αφού όχι μόνον υπάρχει, αλλά έχει απλώσει την κυριαρχία του σ όλον τον κόσμο. Η θεωρία – πρόβλεψη του Μαρξ για την αδυναμία του καπιταλισμού να ξεπεράσει την αντίθεση ανάμεσα στη δυναμική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τον κεφα-λαιοκρατικό χαρακτήρα των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων ή την αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής κεφαλαιοκρατικής ιδιοποίησης των προϊόντων της, θεωρείται ότι έχει ακυρωθεί από την ιστορία. Πρόκειται για επιπόλαιη ανάγνωση των εξελίξεων με την οποία προτίθεμαι να ασχοληθώ παρακά-τω- στα όρια μιας σύντομης ομιλίας.
Πάντως, είναι γεγονός ότι σε διάκριση με την προηγούμενη κατάσταση του καπιταλι-σμού, η διαρκής ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, με αιχμή, την ανάπτυξη της επιστή-μης και της τεχνολογίας, στη σύγχρονη εκδοχή τους, αποτελεί παράγοντα διατήρησης, επέκτασης και αναπαραγωγής του, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την ανατροπή της εσωτερικής του ισορροπίας. Η βασική αντίφαση που τον χαρακτηρίζει δεν απειλεί άμεσα την .ύπαρξή του. Αυτό κατέστη δυνατό χάρη στην ανάπτυξη κατάλληλων μηχανισμών, τη χρησιμοποίηση και ανάπτυξη ενός τεχνικού, επιστημονικού και καινοτομικού εν γένει εργατικού δυναμικού, που υπηρετεί το σύστημα και ειδικότερα το κεφάλαιο, η εξουσία και τα συμφέροντα του οποίου είναι στη βάση του συστήματος. Αυτό κατέστη δυνατό κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της καταναλωτικής κοινωνίας, που επέτρεψε την αποφυγή των περιοδικών οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής και την απρόσκοπτη ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, προσαρμοσμένα στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτή ήταν μια αλλαγή καίριας σημασίας στη δομή του σύγχρονου καπιταλι-σμού...
Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα το κρίσιμο ερώτημα για το θέμα μας, επομένως για την αριστερά, είναι αν όλη αυτή η εξέλιξη, η οποία οφείλεται στην συνειδητή πα-ρέμβαση της σύγχρονης αστικής τάξης στην ιστορική διαδικασία, αναιρεί την επιστημονική αξιοπιστία της υλιστικής αντίληψης για την ιστορία, ακόμα και τη σύγχρονη παραλλαγή της που εντάσσει την επιστήμη στις παραγωγικές δυνάμεις. Ή ακόμα, αν αναιρεί και την υλιστική αντίληψη η οποία αντιμετωπίζει (αλλά και μελετά) την κοινωνία ως οργανικό όλο*, στη βάση του οποίου είναι η παραγωγική εργασία και το σύστημα καταμερισμού της εργασίας που επιτρέπει τη λειτουργική αναπαραγωγή της...
-------------------------------
* Την έννοια «οργανικό όλο» τη δανείστηκα από το Ρώσο φιλόσοφο Βαζιούλιν – με τον οποίο έχω σοβαρές διαφορές- (αναφέρομαι στο βιβλίο του Η λογική της ιστορίας. Ζητήμα-τα θεωρίας και μεθοδολογίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2004), αλλά τη χρησιμοποιώ σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη, με αποκλειστική αναφορά στο σύγχρονο καπιταλισμό. Σ ότι αφορά λοιπόν το σύγχρονο καπιταλισμό ο όρος οργανικό όλο συμπεριλαμβάνει όχι μόνον τα στοιχεία που συγκροτούν τη δομή του και το σύστημα οργάνωσης και λειτουρ-γίας του, αλλά και τα στοιχεία τα οποία είναι αδιάφορα προς τη δομή και προς τη λειτουρ-γία του συστήματος, ακόμα και τα στοιχεία που αρνούνται το σύστημα και στοχεύουν στην ανατροπή του. Έτσι, οι συνειδητοί λειτουργοί του συστήματος (αλλά και ο νομοθέ-της, η νομοθετική εξουσία θα μπορούσαμε να πούμε) αντιμετωπίζουν την αριστερά ως νόμιμο ή και αναγκαίο ακόμα στοιχείο του οργανικού όλου, με κύρια επιδίωξη τον περιορισμό της πολιτικής δράσης της στα όρια του συστήματος, που είναι στη βάση του οργανικού όλου. Επιδιώκουν δηλαδή να την κάνουν λειτουργικό στοιχείο του συστήματος. Γι αυτό και δεν την θέτουν εκτός νόμου. Εφόσον βέβαια η αριστερά δεν απειλεί άμεσα την ύπαρξη του συστήματος, που ακόμα και σ αυτή την περίπτωση προτιμούν να «παίξουν» με τη χρήση των μηχανισμών της αστικής δημοκρατίας, οργανικό στοιχείο της οποίας είναι τα ΜΜΕ, με σκοπό την αποτροπή του κινδύνου.
------------------------------------------------------------
Αντιμετωπίζοντας με ιστορικούς όρους αυτή την πραγματικότητα οφείλουμε να απαντή-σουμε στο ερώτημα αν η επιτυχής ως τώρα αντιμετώπιση από την αστική τάξη της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, ενέχει το στοιχείο της μονιμότητας για ένα απροσδιόριστο χρονικά μέλλον.. Πράγμα που θα σήμαινε – στην περίπτωση που θα αποδεχόμασταν αυτή την υπόθεση ή αυτή τη θεωρία- ότι το (μαρξικό) σοσιαλιστικό μέλλον της ανθρωπότητας είναι αβέβαιο έως και φαντασια-κό. Αυτό βέβαια θα μας οδηγούσε στην αποδοχή των σοσιαλδημοκρατικών θέσεων για την ανάπτυξη μιας αριστεράς η οποία λειτουργεί στα δυνητικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος, που η μόνη διαφορά της από τις ακραιφνείς αστικές πολιτικές δυνάμεις είναι ότι προσπαθεί να διαχειριστεί με διαφορετικό τρόπο τις υποθέσεις του συστήματος, με κύριο μέλημα το κοινωνικό κράτος και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μιλώ εδώ για τη σοσιαλδημοκρατία η οποία δεν έχει κάνει αρχή της τη φιλοσοφία του νεοφιλελευθερισμού, που την εξομοιώνει με τα αστικά κόμματα. Η οποία σοσιαλδημοκρατία ωστόσο λειτουρ-γώντας και αυτή σύμφωνα με τους κανόνες του κόμματος εξουσίας, «υποχρεώνεται» από τα ίδια τα πράγματα να κάνει την προσαρμογή βασικό κανόνα της πολιτικής της συμπεριφοράς, που εξουδετερώνει στην πράξη τις οποίες μερικές υπερβατικές της προθέσεις. Ωστόσο, είναι νομίζω ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι η αποτυχία του σοσιαλιστικού πειράματος ήρθε να επικυρώσει την απόφαση του κύριου κορμού των περισσότερων από τα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού που συνειδητά μετέτρεψαν τα κόμματά τους σε σοσιαλδημοκρατικά.. (Η παρουσίαση αυτής της διαδικασίας με αναφορά ειδικότερα στο ουγγρικό κομμουνιστικό κόμμα γίνεται στο βιβλίο μου Η Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο). Τα παραπάνω φέρνουν με μεγαλύτερη ένταση, όσο ποτέ άλλοτε, στο προσκήνιο της σκέψης την αντίληψή μας για την ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.
Με δεδομένο ότι από πολλούς (ειδικότερα από εκείνους που διακατέχονται από το πνεύμα του λεγόμενου μεταμοντερνισμού, στην καρδιά του οποίου είναι η έννοια της αβεβαιότητας) αμφισβητείται η επιστημονική, και πολύ περισσότερο η πραγματολογική εγκυρότητα του όρου αναγκαιότητα, ειδικότερα σ ότι αφορά τις κοινωνικο- ιστορικές διαδικασίες και διεργασίες, θα χρειαστεί να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στον όρο αναγκαιότητα. και στη χρήση του.
Η αναγκαιότητα είναι φιλοσοφικός όρος της υλιστικής αντίληψης για τον κόσμο και χρησιμοποιείται στη μελέτη και ερμηνεία της πραγματικότητας, γενικότερα στη μελέτη και ερμηνεία των αντικειμενικών φαινομένων σε συνάρτηση με την έννοια της τυχαιότητας, του τυχαίου. Υπάρχει κατασταλαγμένη βιβλιογραφία για την έννοια της αναγκαιότητας και για τη διαλεκτική αναγκαίου και τυχαίου, με προεκτάσεις στη διαλεκτική ουσίας και φαινόμενου, κλπ., Όμως δεν υπάρχει λόγος ν ασχοληθούμε εδώ με αυτή, ούτε με τις εξειδικευμένες φιλοσοφικές αναλύσεις του όρου, πριν προχωρήσουμε στις πραγματο-λογικές και πραξεολογικές αναφορές και αναλύσεις του θέματός μας που εδώ μας ενδιαφέρουν Ανάλογος θα είναι και ο ορισμός της έννοιας αναγκαιότητα. που χρησιμο-ποιώ εδώ.
Χρησιμοποιώ λοιπόν εδώ τον πιο απλό, ωστόσο φιλοσοφικά και πραγματολογικά, επομένως και επιστημονικά έγκυρο ορισμό της έννοιας αναγκαιότητα, λέγοντας ότι αναγκαιότητα είναι αυτό που με δεδομένες τις συνθήκες θα πρέπει να συμβεί οπωσδήποτε. Σε μια φιλοσοφικά εξειδικευμένη ερμηνεία του ο όρος αναγκαιότητα αναφέρεται στις εσωτερικές συναρτήσεις της πραγματικότητας (μερικής ή ολικής) και στη δυναμική τους, που καθιστούν το προσμενόμενο συμβάν αναπόφευκτο. Σ αυτό το πνεύμα χρησιμοποιεί ο μαρξισμός τον όρο αναγκαιότητα, με αναφορά στο Μαρξ και κυρίως στον Ένγκελς, με τις δυο καθιερωμένες ερμηνείες αυτής της παράδοσης από διάφορους συγγραφείς. Τη δογματική ερμηνεία - άποψη, που χρησιμοποιεί τον όρο αναγκαιότητα με τον ίδιο τρόπο για τη φύση, για τα φαινόμενα της φύσης, και για την κοινωνία, για τα κοινωνικά φαινόμενα και τη διαλεκτική ερμηνεία του όρου αναγκαιότητα που αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της κοινωνίας, την ιδιαιτερότητα των διαδικασιών και διεργασιών στο χώρο της κοινωνίας όπου ο παρεμβατικός ρόλος του ανθρώπου είναι ικανός να μεταβάλλει και τους νόμους της κοινωνίας, μεταβάλλοντας τις συνθήκες που καθιστούν τον εν λόγο νόμο κοινωνικά α-λειτουργικό ή/ και δημιουργώντας άλλες συνθή-κες στις οποίες αντιστοιχεί ένας άλλος νόμος, κοινωνικά λειτουργικός. Η διαλεκτική της κατάργησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της δημιουργίας του σοσιαλιστι-κού τρόπου παραγωγής έχει ως βάση αυτή την αλήθεια.. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τη συνειδητή παρέμβαση του ανθρώπου, στην περίπτωσή μας χωρίς τη συνειδητή παρέμβαση των επαναστατικών δυνάμεων στην κοινωνικό- ιστορική διαδι-κασία, στο κοινωνικο –ιστορικό γίγνεσθαι... Σ αυτή την αντίληψη δεν έχουν θέση οι απόψεις περί αυτοματισμού της ιστορικής εξέλιξης, που αποκλείει την οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. εξέλιξης της ιστορίας.
Προβάλλει λοιπόν με ιδιαίτερη έμφαση η αναφορά στον παρεμβατικό δημιουργικό, αναμορφωτικό ρόλο του ανθρώπου ως όντος με σχετική αυτονομία επιλογής και δράσης, η οποία αυτονομία του ωστόσο είναι συνάρτηση της ικανότητάς του να γνωρίσει τη διαλεκτική των κοινωνικών διαδικασιών, έχοντας ως όριο αυτονομίας και ελευθερίας τη χεγκελιανή θέση περί της ελευθερίας ως εγνωσμένης αναγκαιότητας, μέρος της οποίας είναι – θα πρόσθετα εγώ- . και η ανάγκη δημιουργικής αυτοπραγμάτωσής του. Διότι μόνον εφόσον διαθέτει αυτή τη γνώση μπορεί ν αναπτύξει την ικανότητά του για αυτόνο-μες συνδυαστικές επιλογές και ενέργειες. Διαφορετικά ολισθαίνει στο βολονταρισμό, που χαρακτήρισε το ΚΚΣΕ σε όλη την πορεία του μετά το θάνατο του Λένιν, ειδικότερα μετά το 1928 όταν ο Στάλιν είχε γίνει απόλυτος κυρίαρχος των εξελίξεων..
Θα πρέπει όμως να πω ότι ο παρεμβατικός ρόλος του ανθρώπου στην ιστορία, στο πνεύμα της διαλεκτικής που υπαινίχθηκα με τα παραπάνω, ενισχύει την άποψη ότι οι αλλαγές τις οποίες έχει επιφέρει η αστική τάξη στη συγκρότηση και λειτουργία του καπιταλισμού μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (η διαδικασία αυτή είχε αρχίσει μετά την οικονομική κρίση του 1929 – 1932 στις ΗΠΑ με την εφαρμογή του Νew Deal από το Ρούσβελτ) απότρεψε τον κίνδυνο για επαναστατικές ανατροπές. Μάλιστα: πέτυχε, ειδικότερα μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης (η οποία ηττήθηκε πρωτίστως στον οικονομικό τομέα) να επικρατήσει σε όλον τον κόσμο. Αυτό κατέστη δυνατό επειδή ο καπιταλισμός εξακολουθεί να είναι ιστορικά λειτουργικός κοινωνικός τρόπος παραγωγής., μολονότι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών του δυνάμεων υπερβαίνει κατά πολύ όλες τις προβλέψεις των μαρξιστών θεωρητικών και ερευνητών για το επίπεδο ανάπτυξης που προσιδιάζει στο σοσιαλισμό. Βλέπε τη σχετική βιβλιογραφία στη δεκαετία του 1960 και 1970 για τη σχέση επιστημονικοτεχνικής επανάστασης και σοσιαλισμού, με σημαντι-κότερο το έργο της ομάδας του Ραντοβάν Ρίχτα Ο πολιτισμός στο σταυροδρόμι. Δεν προχωρώ παραπέρα αυτόν τον προβληματισμό ο οποίος θα παρακολουθήσει πιστεύω τις διεργασίες των τριών συναντήσεών μας, της σημερινής και των άλλων δυο που θα ακολουθήσουν. Απλώς, σ αυτή τη φάση των διεργασιών μας θέλω να κάνω αισθητή τη δυσκολία απάντησης στο ερώτημα για την ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, εφόσον μείνουμε προσκολλημένοι στον κωδικοποιημένο εγχειριδιακό ιστορικό υλισμό, για να προχωρήσω αμέσως στην επισήμανση της συνθετότητας του ερωτήματος αυτού που υπερβαίνει τα εγχειριδιακά καθιερωμένα όρια της υλιστικής αντίληψης για την ιστορία.
Σε μια προσπάθεια να απαντηθεί πραγματολογικά το ερώτημα για την ιστορική ανα-γκαιότητα του σοσιαλισμού είναι ανάγκη πρώτα να απαντηθεί το ερώτημα για την αναγκαιότητα αλλαγής του καπιταλισμού, κατάργησής του. Αυτό είναι απαραίτητο και από την άποψη ανάπτυξης της αναγκαίας κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης των ανθρώ-πων που υπόκεινται τις αρνητικές συνέπειες από τη διαιώνισή της ύπαρξής του καπιταλι-σμού, και γενικότερα των ανθρώπων που αισθάνονται μια ιδιαίτερη δυσφορία για την καθολική έκπτωση των ανθρώπινων αξιών. Πρόκειται για τους ανθρώπους που ενώ δεν έχουν υπαρξιακά βιοποριστικά προβλήματα, ηθικά και πολιτισμικά επιθυμούν την αλλαγή του καπιταλισμού, επιθυμούν έναν άλλον .κόσμο που να συνδυάζει την αρχή του ανθρω-πισμού και του ορθολογισμού, έναν αυθεντικό ανθρώπινο κόσμο – όσο θολή κι αν φαίνεται, και είναι, αυτή η επιθυμία τους, ωστόσο δεν παύει να είναι μια απορριπτική στάση εναντίον του καπιταλισμού. .Όμως, σπεύδω να πω ότι η αναφορά σ αυτούς τους συντελεστές δεν είναι αρκετή για την πραγματολογική θεμελίωση της άποψης για την ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.. Με άλλα λόγια θα πρέπει να αναφερθούμε ποιο συγκεκριμένα στις αντικειμενικές και τις υποκειμενικές συνιστώσες που τεκμηριώνουν αυτή την άποψη. Θα επιχειρήσω επιγραμματικά να τις κατονομάσω χωρίς να μπορώ σε αυτή τη ομιλία να επεκταθώ και σε αναλύσεις
. Παρά την συγκυριακή υπέρβαση της δομικής κρίσης του καπιταλισμού η οποία παλιό-τερα εκφράζονταν με τις περιοδικές οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής που είχαν να κάνουν με την αντίφαση ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής, και με τον ανεξέλεγκτο «νόμο» της αναρχίας στην καπιταλιστική οικονομία, αυτή η αντίφαση εξακολουθεί να υπάρχει και να εκφράζεται με έναν ιδιότυπο τρόπο. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (με κύριο κορμό την σύγ-χρονη τεχνολογία και την παραγωγικά λειτουργούσα επιστήμη) αντί να συμβάλλει στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, τα επιδεινώνει, αντί να συμβάλει στην ανάπτυξη της καθολικής ευτυχίας, όπως ήλπιζαν (και υποστήριζαν) οι πατέρες της αστικής οικονο-μικής επιστήμης και οι πρώτοι θεωρητικοί του καπιταλισμού, αλλά και οι θεωρητικοί του λεγόμενου λαϊκού καπιταλισμού, οδηγεί στο αντίθετο. Ο ορθολογισμός, που διέπει την παραγωγική διαδικασία, αλλά και την οργάνωση της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνί-ας, με κύριο γνώμονα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων και των επιδιώξεων του μεγάλου κεφαλαίου και του στρώματος της ελίτ που το υπηρετεί, υπηρετώντας συγχρό-νως και το σύστημα, κρινόμενος με ανθρωπολογικούς όρους εμφανίζεται να υπηρετεί το ανορθόλογο ακόμα και το παράλογο. Η δυνατότητα πυρηνικής αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας μαζί με τους οικολογικούς κινδύνους στους οποίους ήδη έχω αναφερθεί, με αναφορά στις εκθέσεις του ΟΗΕ, καθιστούν την ιδέα για ανάγκη αλλαγής του καπιτα-λισμού προσιτή σε ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού σ όλον τον κόσμο.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η κατάσταση μπορεί – με δεδομένη την ικανότητα του συστή-ματος να απορροφά τις εντάσεις που το ίδιο δημιουργεί- να εκφραστεί με τη μορφή έμπρακτης πολιτικής αμφισβήτησης του συστήματος.Το ερώτημα αυτό αποκτά μεγαλύτε-ρη σημασία από το γεγονός ότι το δεύτερο σκέλος της βασικής αντίφασης του καπιταλι-σμού , δηλαδή η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση των προϊόντων της, για την οποία μίλησαν οι Μαρξ και Ένγκελς, στην εποχή μας έχει πάρει τις πιο ακραίες μορφές έκφρασης. Έτσι, που η θέση του Ένγκελς ότι από την άποψη του ρόλου του στη λειτουργία του παραγωγικού συστήματος ο κεφαλαιοκράτης είναι μια περιττή φιγούρα, αποτελεί κοινή πεποίθηση. Πολύ περισσότερο που στην οργάνωση και τη λειτουργία των μεγάλων επιχειρήσεων η άμεση συμμετοχή του ιδιοκτήτη στη διοίκηση της επιχείρησης θεωρείται πλέον και από τους ίδιους τους κεφαλαιοκράτες περιττή ή και επιζήμια για την επιχείρηση – οι εξαιρέσεις ενισχύουν τον κανόνα.. Δημιουργείται η εντύπωση ότι έχει πραγματοποιηθεί μια επιστροφή σε εποχές του μεσαίωνα όταν ο φεουδάρχης δεν είχε καμία άμεση ανάμιξη στη διεύθυνση της ιδιοκτησίας του, των κτημάτων του και φυσικά και στη διεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας. Από αυτή την άποψη η θέση του κεφαλαιοκράτη έναντι του παραγωγικού συστήματος συνιστά αναχρονισμό. Και αυτή η εξέλιξη ενισχύσει την άποψη για την ιστορική αναγκαιότητα υπέρβασης του καπιταλισμού.
Είναι προφανές ότι αυτές οι πραγματολογικές αναφορές στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι ο καπιταλισμός έχει ξεπεράσει τα ιστορικά όρια εξέλιξής του – κρίνοντάς τον με κοινωνιολο-γικούς, ανθρωπολογικούς, αλλά και με πολιτισμικούς όρους Τον ισχυρισμό αυτό έρχεται να ενισχύσει το γεγονός ότι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της οικονομίας γενικότερα, επιτρέπει την επίλυση των υπαρξιακών βιοποριστικών προβλημά-των των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, και γενικότερα των λαών του τρίτου κόσμου, σε μια πρώτη φάση, και στη συνέχεια την εξασφάλιση, σε μια ορατή ιστορική προοπτική, σε όλους τους ανθρώπους των υλικών προϋποθέσεων για μια αξιοπρεπή ζωή.
. Η αλήθεια αυτή φαίνεται να αμφισβητείται από το γεγονός ότι χώρες όπως η Ινδία αλλά και η Κϊνα (που αποτελεί μια ειδική περίπτωση για την σύγχρονη ιστορία του κόσμου) εργάζεται να λύσει το βιοτικό και το οικονομικό εν γένει πρόβλημα μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, αναπτύσσοντας δυναμικά τον καπιταλισμό της. Βέβαια, προσεγγίζοντας αυτή την εξέλιξη από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού εμφανίζεται ως μία εξέλιξη που καθιστά την ιδέα του σοσιαλισμού δυνητικά ιστορικά δικαιωμένη, με δεδομένο ότι η μετάβαση στο σοσιαλισμό προϋποθέτει αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Πάντως, η συνολική εμπειρία του περασμένου αιώνα, που ορίστηκε από το Λένιν ως ο αιώνας των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των προλεταριακών επαναστάσεων (η ο οποία και ευστα-θούσε μέχρι και τη δεκαετία του 1950) δεν έχει επιβεβαιώσει τη θεωρία της κατάρρευσης του καπιταλισμού της Ρόζας Λουξεμπούργκ «ως τον ιστορικό δρόμο που οδηγεί στην πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας» (Ρ. Λουξενμπούργκ, Μεταρρύθμιση και επανάσταση, «Διεθνής βιβλιοθήκη», σελ. 25). Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατ αρχήν αποκλείεται μια τέτοια εξέλιξη.
. Σε κάθε περίπτωση ο 20-ος αιώνας, ιδιαίτερα η περίοδος μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την κατάργηση της αποικιοκρατίας θα μπορούσε να καταγραφεί ως ο αιώνας πολιτικής αφύπνισης των λαών του κόσμου που διεκδικούν την οικονομική και κοινωνική τους άνοδο, την ελευθερία τους, αλλά και την ανεξαρτησία των χωρών τους από τις ιμπεριαλιστικές εξαρτήσεις. Κυρίως για το λόγο αυτό η προσπάθεια επαναφοράς αποικι-οκρατικών πολιτικών σήμερα έχει επιλεγεί να γίνεται κάτω από τη σημαία της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της καθολικής ευημερίας των λαών. Πρόκειται για φαινόμενο το οποίο και αυτό έρχεται να ενισχύσει την θέση για την υπέρβαση των λογικών ιστορικών ορίων ύπαρξης του καπιταλισμού.. Και από αυτή την άποψη η θεωρία του «εξανθρωπι-σμένου καπιταλισμού» είναι ιστορικά ανυπόστατη. Πολύ περισσότερο ανυπόστατη είναι η θεωρία ότι ο σημερινός καπιταλισμός δεν είναι καπιταλισμός, η οποία «θεωρία» εξάλλου τελευταία έχει εκπέσει, αφού τα χαρακτηριστικά του κλασικού καπιταλισμού έχουν επανέλθει σε πολλές χώρες του κόσμου. Ειδικότερα στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Ενώ διατηρούνται και αναπαράγονται στις περισσότερες χώρες του τρίτου κόσμου.
. Η αφύπνιση των λαών με αποικιοκρατική ιστορική παράδοση, σε συνδυασμό με την επιδίωξη του κεφαλαίου να επαναφέρει το καθεστώς της αποικιοκρατίας ή βασικά του στοιχεία, με σύγχρονους πονηρούς, δηλαδή δύσκολα αναγνωρίσιμους από όλους, τρόπους, αλλά και με τη βία, δημιουργεί καταστάσεις που ενισχύουν την τάση για πολιτι-σμικές αντιπαραθέσεις καθιστώντας ανέφικτη ακόμα και την αναγκαία για πολλές χώρες αστικοποίηση.. Με αποτέλεσμα αυτή η αντιπαράθεση που λαμβάνει ακόμα και το χαρα-κτήρα του αγώνα μέχρις εσχάτων, να εγκυμονεί κινδύνους για την ειρήνη στον κόσμο, με τις γνωστές αρνητικές επιπτώσεις που αυτή η αντιπαράθεση δημιουργεί στο γενικότερο πρόβλημα της ανάπτυξης και της κοινωνικής προόδου για πολλές χώρες του κόσμου. Το φαινόμενο αυτό δημιουργεί και ένα μάλλον πρωτόγνωρο πρόβλημα για την αριστερά των χωρών του προηγμένου καπιταλισμού, που από θέσεις αρχών παίρνει πάντα το μέρος των λαών που αγωνίζονται εναντίον του ιμπεριαλισμού, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τη σαφή θέση της εναντίον της βαρβαρότητας, από οποιονδήποτε κι αν προέρχεται. Πράγμα που συνειδητά τη φέρνει αντιμέτωπη με ιδεολογίες, νοοτροπίες, πρακτικές ή και καθεστώτα που φέρνουν μέσα τους εγγενώς και με καθοριστικό τρόπο τα κυρίαρχα στοιχεία του αναχρονισμού και της βαρβαρότητας, γενικότερα τις ακραίες μορφές αλλοτρίωσης, όπως συμβαίνει με όλα τα θεοκρατικά καθεστώτα και κινήματα, με ακραία μορφή έκφρασης τον θρησκευτικό, το μουσουλμανικό σ αυτή τη φάση, φονταμενταλισμό. Έτσι, που είναι αμφίβολο αν γι αυτές τις περιπτώσεις μπορεί η αριστερά να εφαρμόσει , χωρίς ηθικό και πολιτικό κόστος, την άρρητη «αρχή» της πολιτικής : ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Γνωρίζοντας ότι και από τη μεριά του ιμπεριαλισμού (ειδικά για την περίπτωση των ΗΠΑ) υπάρχει και εφαρμόζεται ένας ιδιότυπος ιδεολογικός ή και πολιτι-κός φονταμενταλισμός, με παρόντα τα στοιχεία και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Με αποτέλεσμα αντί για την επίλυση του προβλήματος της πολυπολιτισμικότητας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης της ανθρωπότητας, το πρόβλημα αυτό να επιτείνεται με την τάση να καθίσταται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα στην πορεία εξέλιξης της ανθρωπότητας – σ αυτή τη φάση της ιστορίας της.. Αυτό οφείλεται στην καπιταλιστική μορφή παγκοσμιοποίησης της ανθρωπότητας. Πράγμα, που και από αυτή την οπτική φέρνει και πάλι στο προσκήνιο της ιστορίας τη μαρξιστική ιδέα του παγκόσμιου σοσιαλι-σμού. Και αυτή η εξέλιξη έρχεται να δικαιώσει το Μαρξ που συνέδεσε την παγκοσμιο-ποίηση, δηλαδή την ουσιαστική ενότητα της ανθρωπότητας, με τον παγκόσμιο σοσιαλι-σμό.
Όλα αυτά τα φαινόμενα ,αλλά και άλλα που εδώ δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσω όπως είναι η ηθική πτώση –κατάπτωση της κοινωνίας που δημιούργησε και αναπαράγει ο σύγχρονος καπιταλισμός με την καταναλωτική κοινωνία και την εμπορευματοποίηση όλων των αξιών, συνηγορούν υπέρ της αναγκαιότητας ιστορικής υπέρβασης του καπιτα-λισμού.. Μόνο που η έννοια της αναγκαιότητας εδώ έχει το χαρακτήρα του αιτήμα-τος και όχι της αντικειμενικής διαδικασίας η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στο σοσιαλισμό. Εκτός και αν στην έννοια της αναγκαιότητας συμπεριλάβουμε και τη συνειδητή παρέμβαση των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων στην ιστορική διαδικα-σία, με κυριότερη και αποφασιστικότερη τη δημιουργική ανατρεπτική παρέμβαση της ριζοσπαστικής επαναστατικής αριστεράς. Μιλώντας, λοιπόν με αντικειμενικούς όρους μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας συναρτάται με τον ιστορικό ρόλο της αριστεράς, σε συνθήκες όπου το δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, συμπληρώνεται και εκφράζεται με την ακραία του μορφή : σοσιαλισμός η αφανισμός της ανθρωπότητας- με την αναγκαία παρατήρηση ότι η δεύτερη εκδοχή δεν έχει τα τεκμήρια της βεβαιότητας με την πρώτη. Αυτή η εκτίμηση συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η αλλαγή του κόσμου για την οποία από καταβολής αγωνίζεται η αριστερά έχει νόημα, δηλαδή μπορεί και πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Αυτός είναι ο ιστορικός ρόλος της αριστεράς.
Η αριστερά μπορεί να επιτελέσει τον ιστορικό της ρόλο ως πρωτοπόρα δύναμη απο-φασιστικής σημασίας στη διαδικασία για την αλλαγή του κόσμου μόνον εφόσονείναι ικανή να προτείνει και να προωθήσει στην πράξη ένα αξιόπιστο πρόγραμμα κοινωνικής προόδου και σοσιαλιστικής αναμόρφωσης του κόσμου, αρθρωμένο σε μια ιστορική προοπτική σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητες για κάθε περιοχή και για κάθε χώρα της υφηλίου. Η αξιοπιστία του πολιτικού της λόγου εξαρτάται σε σημαντικό έως και μεγάλο βαθμό από την πρότασή της για μιαν άλλη, ριζικά καλύτερη, αυθεντικά αν-θρώπινη κοινωνία, την οποία και χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για κάθε κοινωνικά σημαντική ενέργειά της.
Είναι ο σοσιαλισμός ιστορική αναγκαιότητα;
Κατηγορία Άρθρα
Ανανέωση και ριζοσπαστισμός στην Αριστερά
ANANEOSI.doc
Θ. Βακαλιός
Ανανέωση και Ριζοσπαστισμός στην Αριστερά ( δημοσιεύ-τηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)
Στο προηγούμενο άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ με τον τίτλο Ανανέωση: μια τομή χωρίς συνέχεια ( Η ΕΠΟΧΗ,11.22.2005) αναφερόμενος στο ερώτημα «Τι είναι τελικά η Ανανεωτική Αριστερά;»,διατύπωσα την άποψη ότι ιστορικά, αλλά και ουσιαστι-κά η οποιαδήποτε προσπάθεια για την απάντηση αυτού του κρίσιμου ερωτήματος, η οποία εκκρεμεί, οφείλει να καταπιαστεί με τη μελέτη της ιστορίας του ΚΚΕ εσωτερικού, με αιχμή το καινούριο που έφερε στη σκέψη του κομμουνιστικού και αριστερού κινήμα-τος στη χώρα μας, με κορύφωση την υιοθέτηση των ιδεών του ευρωκομμουνισμού.
Μετά τη διάλυση του ΚΚΕ εσωτερικού αυτή η προσπάθεια έμεινε μετέωρη. Σε συλλογικό επίπεδο παρακολουθείται σταθερά μόνον από την ΕΠΟΧΗ (επομένως και την ΑΚΟΑ), κυρίως με τη δημοσίευση κειμένων που κινούνται στο πνεύμα της ριζοσπαστικής ανανεωτικής αριστε-ράς, που εκπροσωπούσε το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα. Για την άλλη αριστερά που αυτο-προσδιορίζεται ως ανανεωτική ακολούθησε μια περίοδος ασάφειας που κρατά ως τα τώρα,. η οποία έχει να κάνει με την αποκοπή της έννοιας της ανανέωσης από .την κομμουνιστική, τη μαρξιστική εν γένει, καταβολή της, γινόμενη έτσι μια έννοια που στις συνειδήσεις πολλών έφτασε σήμερα να σηματοδοτεί την αντιπαράθεσή της προς .τη ριζοσπαστική αριστερά.. Αυτό μαζί με το γεγονός πως ό,τι έγινε συνήθεια να ονομάζεται ανανεωτική αριστερά στη χώρα μας κινηματικά δεν μπόρεσε να αποδώσει τα προσδοκώμενα, καθιστά αναγκαία την ανάδειξη του πραγματικού νοήματός της, του ριζοσπαστικού περιεχομένου της. Και είναι αυτό ακριβώς το ζητούμενο. Στη δρομολόγηση αυτής της πολυσύνθετης διαδικασίας, στην οποία θα πρέπει να συγκλίνουν, περισσότερο ή λιγότερο κατασταλαγμένες προσπάθειες και άλλων, προσδοκώ να συμβάλλω με το κείμενο που ακολουθεί
Εξαρχής θα πρέπει να πω ότι το εύρος αυτού του κειμένου διαμορφώθηκε ύστερα και από την τοποθέτηση των συνταχτών του άρθρου Ο διάβολος της κριτικής και της ενότητας (Χ. Γεωργούλας, Π. Κλαυδιανός, ΕΠΟΧΗ 24 -25, 12. 2005), στο οποίο με εξαιρετική ευστοχία σχολιάζουν το περίεργο, ας το πω έτσι, άρθρο του Άγγελου Ελεφάντη Ανανεωτική Αριστερά: Τέρμα; Όχι βέβαια, (Ενθέματα «Αυγής» 11. 12. 2005). Στο άρθρο τους αυτό αναφερόμενοι στην ανανέωση στο χώρο της αριστεράς (συμπεριλαμβάνοντας στο χώρο αυτό και τη σύγχρο-νη μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία – αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα, με το οποίο κρίνω ότι εδώ δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθώ), γράφουν τα εξής : «Η κυρίαρχη σήμερα σοσιαλδημο-κρατία έχει επιλέξει τη δική της ανανέωση, θεωρητική και πολιτική. Η μη σοσιαλδημοκρατική αριστερά είναι που έχει το πρόβλημα και οφείλει να το λύσει με διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο που συνιστά ο “τρίτος δρόμος“ του μπλερισμού, της θεωρητικής και πολιτικής παρά-δοσης στο νεοφιλελευθερισμό». «Για την ώρα, γράφουν, υπάρχει μόνον μια σχετικά επεξερ-γασμένη στρατηγική, αυτή του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό. Με τη στρατηγική αυτή η ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά προσέρχεται στο πεδίο της θεωρίας και της πολιτικής, που είναι πεδίο αντιπαράθεσης και αναζήτησης μιας νέας ενότητας ταυτόχρονα. Αν δεν κριθεί αυτό το στρατηγικής σημασίας ζήτημα με όρους ευνοϊκούς για την ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά, η μόνη εναλλακτική λύση που υπάρχει, είναι η διαιώνιση της όλο και πιο δογματικής κυριαρχίας στο χώρο της κομουνιστικής αριστεράς, από τη μια, και της επικυ-ριαρχίας της όλο και πιο συντηρητικής σοσιαλδημοκρατίας κι ευρύτερης αριστεράς, από την άλλη.
Κάθε βήμα που θα κάνει η ανανεωτική – κομμουνιστική και ευρύτερη – αριστερά σ αυτό το δικό της δρόμο, στη δική της ανανέωση, θα αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο πίεσης όχι μόνο προς την ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά και προς τις αριστερές δυνάμεις στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας να αντιδράσουν και να αντιταχθούν στην ιδεολογική και πολιτική παράδοση του νεοφιλελευθερισμου».
Θα συμφωνούσα πλήρως με αυτή την εκτίμηση αν πίστευα ότι η «στρατηγική» (εγώ θα έλεγα η ιδέα) του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό είναι ικανή για την αποτελε-σματική αντιπαράθεση στο πεδίο της θεωρίας και της πολιτικής με το δογματικό ΚΚΕ και για την αναζήτηση μιας νέας ενότητας της αριστεράς.
Βασισμένος στην 35- ετή εμπειρία από την δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού και του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος , αργότερα, αλλά και στις μελέτες που απεικονίζουν και εκτιμούν αυτή την εμπειρία, μαζί και στις δικές μου μελέτες, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το εύρος αυτής της ιδέας δεν είναι επαρκές για μια αντιπαράθεση, που θα εξασφά-λιζε την υπεροχή των δυνάμεων της ριζοσπαστικής ανανέωσης έναντι του δογματικού ΚΚΕ, και πολύ λιγότερο είναι επαρκές για την ενότητα της αριστεράς. Η αναφορά στη συνιστώσα του δημοκρατικού δρόμου από μόνη της δεν πείθει ότι αποτελεί ικανή βάση για την ανάπτυξη της αναγκαίας επαναστατικής θεωρίας της .σύγχρονης αριστεράς, δηλαδή του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού. Εξάλλου, αυτή ήταν μάλλον η σημαντικό-τερη αιτία για το θεωρητικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, με αρνητικές επιπτώσεις και στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και πρακτικής. Μάλιστα, η δογματική θα μπορούσε να πει κανείς, αξιωματική εμμονή σε αυτή τη βασι-κή, οπωσδήποτε, συνιστώσα της σύγχρονης ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, από τη μια ακύρωνε την όποια ευρύτερη αντίληψη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού, ενώ από την άλλη οδήγησε πολλούς από το χώρο του ευρωκομμουνισμού, στην αρχή στη λογική της παραδοσιακής σοσι-αλδημοκρατίας, σε μια φάση της ιστορίας της, όταν ήδη είχε αρχίσει η διαδικασία μετάλλαξής της, με κατάληψη τον σημερινό εγκλωβισμό της στη λογική, αλλά και την πολιτική πρακτική του νεοφιλελευθερισμού, στην οποία πολλοί από αυτούς επίσης έχουν εγλωβιστεί..
Το πρόβλημα της ριζοσπαστικής ανανέωσης της αριστεράς συναρτάται με την ικανότητα εκείνων που πιστεύουν σ αυτή να διευρύνουν τον προβληματισμό τους κατά τρόπο που να αγκαλιάζει όλο το φάσμα των θεμάτων που η μελέτη τους κατατεί-νει στον κριτικό θεωρητικό επαναπροσδιορισμό της αριστεράς με αναφορά στη νέα πραγματικότητα, στα νέα προβλήματα και τις νέες δυνατότητες, αλλά και τις νέες δυσκολίες ουσιαστικής παρέμβασής της στο κοινωνικό – ιστορικό γίγνεσθαι. Μια τέτοια συλλογική προσπάθεια προϋποθέτει τη συνολική κριτική θεώρηση του θεωρη-τικού και του πολιτικού μαρξισμού και λενινισμού, πρώτα και κύρια του μαρξικού έργου, και τις διάφορες εκφράσεις που γνώρισε στην μέχρι τώρα ιστορία. του. Από μια τέτοια συλλογική προσπάθεια η σημερινή αριστερά θα πρέπει να αναδείξει τις σταθερές μεταβλητές από το έργο του Μαρξ και των κορυφαίων θεωρητικών του μαρξισμού, να προσδιορίσει τα κενά, τις ελλείψεις που υπάρχουν σε αυτή τη θεωρητι-κή παράδοση, καθώς και τα σημεία που η ιστορία έχει υπερβεί την ισχύ τους, ενώ παράλληλα θα πρέπει να εμπλουτίσει την επαναστατική κριτική μαρξιστική θεωρία και πολιτική φιλοσοφία, με τα αναγκαία νέα λειτουργικά στοιχεία. Αυτό θα πρέπει να γίνει σε μια αντίληψη της συνέχειας και της ασυνέχειας. Ως συμβολή σε μια τέτοια προσπάθεια καταθέτω το κείμενο που ακλουθεί. Και θα πρέπει να πω ότι για πολλά από τα θέματα που μπορούν να ενταχθούν σε μια τέτοια συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια, υπάρχει μια ,μεγαλύτερη ή μικρότερη, επάρκεια μελετών.
*****
Η Αριστερά με το έργο του Μαρξ εμφανίζεται στην θεωρητική σκέψη, αλλά και στην πολιτική σκηνή ως αναγκαία συνιστώσα της ιστορίας. Εκφράζει μιαν αναγκαιότητα η οποία έχει να κάνει με τη διαλεκτική εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας, ειδικότερα με τη διαλεκτική της πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και τις δυνάμεις της εργασίας, που από την υπερίσχυση του δεύτερου σκέλους της θα εξαρτηθεί η πορεία εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού, ακόμα και η ίδια η τύχη της ανθρωπότητας. Πρόκειται για αλήθεια η οποία για την αυθεντική μαρξιστική αριστερά λειτουργεί ως αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα, που διέπει τη σκέψη της και τη στάση της απέναντι στο κοινωνικό, το ανθρωπολογικό και το πολιτισμικό πρόβλημα που δημιουργεί η παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου. Η αριστερά είναι (οφεί-λει να είναι ) η συνεπής ως το τέλος συνειδητή πολιτική έκφραση των δυνάμεων της εργασίας, γενικότερα των κοινωνικών δυνάμεων τα συμφέροντα των οποίων συνα-ντώνται με το γενικό συμφέρον της ανθρωπότητας που οδηγείται από το σύγχρονο καπιταλισμό, από το Κεφάλαιο, στη βαρβαρότητα, Η εξέλιξη της ανθρωπότητας, του ανθρώπινου πολιτισμού έχει φτάσει σε ένα επίπεδο που η ύπαρξη της εξουσίας του κεφαλαίου αποτελεί την αιτία και τον πυρήνα μαζί του δραματικά οξυμένου κοινωνικού και ανθρώπινου προβλήματος της εποχής μας.
Καμιά ψευτοθεωρία περί της εποχής των αβεβαιοτήτων δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτή την αλήθεια. Η ύπαρξη κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, και η ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, πυροδοτεί ξανά και ξανά τους ταξικούς αγώνες των εργαζομέ-νων, και των καταπιεζομένων γενικότερα η έκβαση των οποίων εξαρτάται από το βαθμό που η αριστερά μπορεί να σταθεί επικεφαλής σ αυτούς τους αγώνες ανοίγοντας μπροστά τους την προοπτική της ριζικής υπέρβασης αυτής της αντίθεσης, σε μια προοπτική δημιουργίας της αταξικής κοινωνίας.
Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική δύναμη που να μπορεί αυτόν τον ιστορικό στόχο της αριστεράς να τον μετατρέψει σε έναν ιστορικά αρθρωμένο και πολιτικά λειτουργικό σύγχρονο πρόγραμμα δημιουργικής παρέμβασης στο κοινωικόι-στορικό γίγνεσθαι , παρά μόνον η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά. Μπορεί να το κάνει μόνον η αριστερά η οποία , μελετώντας κριτικά και τη θεωρητική κληρονομιά του Μαρξ, μπορεί να εκφράσει την πεμπτουσία και το σύγχρονο περιεχόμενο της κοινωνι-κής φιλοσοφίας και της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας του, σε συνάρτηση και με την θεωρία της επανάστασης. .Κάθε άλλη θεωρία είναι αυτοκαταστροφική για την αριστερά και για την υπόθεση της αριστεράς – το σοσιαλισμό. Το ίδιο αυτοκαταστροφική είναι και η δογματική ερμηνεία και εφαρμογή της θεωρητικής κληρονομιάς του Μαρξ, του Έν-γκελς και του Λένιν.
Η αριστερά δεν είναι μια δεδομένη κατάσταση. Υπάρχει μόνον και εφόσον μπο-ρεί να εκφράσει σε θεωρητικό επίπεδο και να μεταφράσει σε πολιτικό λόγο και σε πολιτική πράξη τη δυναμική της ιστορικής κίνησης, με σκοπό την αλλαγή του κόσμου. Με αυτή την έννοια η ανανέωση είναι μέσα στη φύση της αριστε-ράς. Ανανέωση σε όλα τα επίπεδα και τις μορφές έκφρασής της: στη θεωρία, στην πολιτική, στην οργάνωση και τη λειτουργία της
Η ανανέωση της σύγχρονης αριστεράς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της ως επαναστατικής δύναμης,, που στοχεύει στην ανατροπή του καπιταλισμού και στη δρομολόγηση της ιστορικής διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό. Αυτό είναι το νόημα, αλλά μαζί και το κριτήριο της ανανέωσης. Αυτό ήταν πάντα το κριτήριο της ανανέωσης της αριστεράς σε όλη την ιστορική διαδρομή της στην ιστορία από το Μαρξ μέχρι σήμερα. Από αυτή την άποψη όλες οι επιτυχίες της ήταν συνάρτηση αυτής της συνθήκης. Αυτό μας διδάσκει η ιστορία. Αυτό είναι και το πνεύμα το οποίο θα πρέπει να κυριαρχήσει στην αριστερά που αυτοπροσδιορίζεται ως «ανανεωτική».Αυτό είναι το πνεύμα της συνέχειας μέσα από την ασυνέχεια στην ιστο-ρία της.
Η διαδικασία της ανανέωσης δεν ευνουχίζει τον εγγενή ριζοσπαστισμό της αριστεράς αλλά αντίθετα τον ενισχύσει, τον κάνει πολιτικά, κοινωνικά, αλλά και πολιτιστικά περισ-σότερο λειτουργικό. Αυτό τη συνδέει με όλη την προηγούμενη ιστορία της επαναστατι-κής αριστεράς, με τις πολλαπλές εκφράσεις της, με σταθερή τη συνεπή ως το τέλος στάση της στη μεριά των δυνάμεων της εργασίας εναντίον των δυνάμεων του κεφαλαί-ου, στη μεριά των καταπιεζόμενων ( ανθρώπων και λαών) εναντίον των καταπιεστών.
Με βάση τα παραπάνω οι έννοιες «ανανεωτική αριστερά» και «ριζοσπαστική αριστε-ρά» προσδιορίζουν ένα και το αυτό πράγμα.- με την κρίσιμη διευκρίνηση ότι ο λειτουρ-γικός ριζοσπαστισμός είναι το κριτήριο της ανανέωσης και μαζί ο σκοπός της ανανέ-ωσης της αριστεράς. Η ανανέωση δεν μπορεί να οδηγεί στην έκπτωση του ριζοσπα-στιμού της αριστεράς, αλλά στην ενίσχυσή του, καθιστώντας τον πολιτικά αποτελεσμα-τικό στη νέα πραγματικότητα. Ανανέωση με λειτουργικό πλαίσιο τα δυνητικά όρια «βελτίωσης» του καπιταλισμού, συνιστά αναίρεση του ριζοσπαστικού, του επαναστατι-κού πνεύματος της αριστεράς, συνιστά άρνηση του αυτοπροσδιορισμού της ως αρι-στεράς. Συνιστά αυτοάρνηση ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτεται πίσω από το ασαφές σύνθημα «σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν, αλλάζει και η αριστερά», που για μια δεκαετία είχε λειτουργήσει στη χώρα μας, για πολλούς, ως το ιδεολογικό άλλοθι της αριστερής αυτοαναίρεσής τους
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η διαδικασία ανανέωσης της αριστεράς περικλείνει το στοιχείο της άρνησης και της αναθεώρησης – με τη σωστή έννοιά της λέξης, δηλαδή της κριτικής θεώρησης και στάσης απέναντι σε ότι πιστεύαμε και σε ότι κάναμε ως αριστερά, σε ότι πίστευε και ότι έκανε το αριστερό επαναστατικό κίνημα, με κορμό το επαναστατικό εργατικό κίνημα που λειτούργησε κάτω από την ιδεολογική σημαία του μαρξισμού, αλλά και του λενινισμού. ως τη συγκεκριμένη έκφρασή του μαρξισμού στον περασμένο αιώνα.
Σκοπός αυτής της διεργασίας είναι η ανάδειξη των θεωριών, των μεθόδων, των αρ-χών και αξιών της αριστεράς με διαχρονική ισχύ, με την παράλληλη τροποποίηση ή και απόρριψη ξεπερασμένων ιδεών και αρνητικών πρακτικών της , καθώς και την ανάδειξη νέων ιδεών και πρακτικών που καθιστούν το ριζοσπαστισμό της σύγχρονης αριστεράς λειτουργικό στα ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας (για το σύνθετο αυτό πρόβλημα υπάρχει μια ιδιαίτερα αξιόλογη βιβλιογραφία, η οποία περιμένει τη συνολική εκτίμησή της ή και επανεκτίμησή της από τη σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά).
Η διεργασία αυτή για να είναι, όπως είπα, αποτελεσματική οφείλει να πραγματοποιηθεί σε μια αντίληψη της συνέχειας και της ασυνέχειας στην ιστορία της επαναστατικής αριστεράς από το Μαρξ μέχρι και σήμερα.
Με δεδομένη την απόρριψη από το Μαρξ και το κομμουνιστικό κίνημα (αλλά και από την μπερνσταινική έκφραση του εργατικού κινήματος) του αναρχισμού, κύρια μορφή έκφρασης της ασυνέχειας για τη σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά είναι η απόρριψη του σταλινισμού, με αιχμή την απόρριψη της πολιτικής φιλοσοφίας του και της δικτατορικής διοικητικής πρακτικής του, μαζί με όλες τις εκφράσεις δογματισμού που τον χαρακτήριζε.
Λειτουργεί διαφορετικά η οπτική της ασυνέχειας απέναντι σε πλευρές της μαρξικής-μαρξιστικής θεωρητικής κληρονομιάς και της μαρξικής- μαρξιστικής πολιτικής φιλοσο-φίας, όπου η συνέχεια αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της σχέσης με το έργο του Μαρξ. Κατ αρχήν αυτή η στάση θα πρέπει να εφαρμοστεί και απέναντι στο θεωρητικό έργο του Λένιν, στο οποίο κυρίαρχο είναι το στοιχείο της αυτόνομης δημιουργικής παρέμβα-σής του στην ιστορία και στην ίδια τη σκέψη της επαναστατικής αριστεράς. Βέβαια, αυτό που προέχει είναι η στάση μας απέναντι στην κληρονομιά του Μαρξ – αφού κρινόμενη με αυστηρά επιστημολογικά κριτήρια δεν υπάρχει αυτόνομη κοινωνική φιλοσοφία του Λένιν, ενώ υπάρχει το περίγραμμα της δικής του πολιτικής φιλοσοφίας..
Η έννοια της συνέχειας αναφέρεται πρώτα απ όλα στη θεωρητική κληρονομιά του Μαρξ (αλλά και στη γνήσια μαρξιστική θεωρητική κληρονομιά) με διαχρονική ισχύ. Επιγραμ-ματικά, στα όρια αυτού του κειμένου, έκρινα ότι η αναφορά στη θεωρητική κληρονομιά του Μαρξ, μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για δημιουργική κριτική σκέψη και συζήτηση – με την αξιοποίηση βέβαια της ιδιαίτερα πλούσιας βιβλιογραφίας που υπάρ-χει για το σύνθετο αυτό θέμα.- και συγχρόνως ως βάση για την επεξεργασία της επαναστατικής θεωρίας της σύγχρονης αριστεράς, που δεν μπορεί να είναι άλλη από τον κριτικό μαρξισμό, στην καρδιά του οποίου είναι η διαλεκτική αντίληψη του Μαρξ για την ιστορία και για το επαναστατικό κίνημα
Έτσι, εφαρμόζοντας την οπτική της συνέχειας και της ασυνέχειας, με κυρίαρχο το σκέλος της συνέχειας, ενδείκνυνται οι εξής επισημάνσεις για τη σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά, που επιθυμεί να κατασκευάσει τη δική της κοινωνική και πολι-τική φιλοσοφία, η οποία αναφέρεται στην νέα πραγματικότητα, με τις ιδιαιτερότητές της όσον αφορά και τις δυσκολίες, αλλά και τις δυνατότητες ουσιαστικής ριζικής παρέμβα-σής της στο κοινωνικο- ιστορικό γίγνεσθαι.:
• Η διαλεκτική του Μαρξ ως μέθοδος ερμηνείας και αλλαγής του κόσμου, ως συ-στατικού στοιχείου της κοινωνικής φιλοσοφίας του, της αντίληψης του για την ιστορία, με προεκτάσεις στην πολιτική φιλοσοφία και την επαναστατική θεω-ρία της αριστεράς.
• Η φιλοσοφία της εργασίας του Μαρξ, με τις προεκτάσεις της για το θέμα της αλλοτρίωσης σε συνάρτηση και με το προτεινόμενο από το Μαρξ μοντέλο κομ-μουνιστικής κοινωνίας που καταργεί τις κοινωνικές αιτίες του σημερινού καθολι-κού φαινομένου της αλλοτρίωσης (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δυνατό ποτέ σε ατομικό επίπεδο να καταργηθεί παντελώς το φαινόμενο της αλλοτρίωσης), που πέρα και μαζί με την καθοριστική σημασία της για όποιον θελήσει να εξη-γήσει το φαινόμενο της αλλοτρίωσης στον καπιταλισμό, αποτελεί και τον καθο-ριστικό πυρήνα για τη στοιχειοθέτηση του σύγχρονου οράματος της μελλοντι-κής, αυθεντικά ανθρώπινης κοινωνίας, του αυθεντικά ανθρώπινου πολιτισμού – σε συνδυασμό και με τη θεωρία του για την κατάργηση του φαινομένου (και του συστήματος) της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο,
• Η θεωρία για την αντίθεση, αλλά και για τη διαλεκτική κεφαλαίου και εργασίας, που αποτελεί την πεμπτουσία της μαρξικής- μαρξιστικής κριτικής του καπιτα-λισμού ως του σύγχρονου εκμεταλλευτικού συστήματος, αλλά και ως τον πυ-ρήνα της επαναστατικής θεωρίας του Μαρξ (και του μαρξισμού) για την ανα-τροπή του, με την επαναστατική παρέμβαση του πολιτικά χειραφετημένου και επαναστατικά οργανωμένου προλεταριάτου- των δυνάμεων της εξαρτημένης μισθωτής εργασίας για την εποχή μας, στις οποίες συγκαταλέγεται και το πα-ραδοσιακό προλεταριάτο που υπάρχει σε όλον τον τρίτο κόσμο, αλλά και στο πρόσωπο των μεταναστών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.
• Η θεωρία της αξίας της εργατικής δύναμης (και της υπεραξίας),που αποτελεί το κλειδί για την αποκάλυψη των μηχανισμών λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας, του φαινομένου και των μηχανισμών της εκμετάλλευσης των εργα-ζομένων, με προεκτάσεις για τη ζωή τους, με την παρατήρηση ότι με την εμπο-ρευματοποίηση ακόμα και των προϊόντων της τέχνης ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης στο χώρο αυτό, γενικότερα στο χώρο της βιομηχανίας της κουλ-τούρας, τροποποιείται ουσιαστικά η λειτουργία του, καθώς υπάρχει μεγάλη α-πόκλιση όσον αφορά τον ορισμό της αξίας της εργατικής δύναμης ως εμπο-ρεύματος που ισούται με την κοινωνικά αναγκαία ποσότητα εργασίας (χρόνου εργασίας) που χρειάζεται για την αναπαραγωγή της - ενώ συγχρόνως αυτή η εξέλιξη καθιστά καθέναν που λειτουργεί σ αυτό το σύστημα εμπόρευμα, το ο-ποίο και μεταχειρίζεται το κεφάλαιο όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα, πράγμα που συνιστά την κατάργηση της ανθρώπινης υπόστασής του ατόμου ως αυτα-ξίας.
• Η θεωρία του Μαρξ για την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, και με αυτή την έννοια για τη διαδικασία παγκοσμιοποίησης της ανθρωπότητας, η σύνδεσή της με την ιδέα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και του παγκόσμι-ου σοσιαλισμού, σε συνδυασμό και με τη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλι-σμό, για το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και για την ανάγκη οργάνωσης του επαναστατικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που το είχε πρά-ξει ο Λένιν με την οργάνωση της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς – όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν την κριτική θεώρησή τους, για να μπορέσουν στοιχεία τους να ενσωματωθούν, ανασκευασμένα, στην αναγκαία σύγχρονη θεωρία της αριστεράς που αφορά στη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης του παγκοσμιο-ποιούμενου αντικαπιταλιστικού κινήματος, όπως εμφανίζεται αυτό σήμερα μέ-σα από την κίνηση του παγκόσμιου κοινωνικού φόρουμ, αλλά και με τις προ-σπάθειες για την ανάπτυξη διεθνών οργανωτικών και πολιτικών σχημάτων της αριστεράς, όπως συμβαίνει με την προσπάθεια ανάπτυξης του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, το οποίο πρόσφατα έχει δημιουργηθεί.
• Η σύνδεση της θεωρίας για την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση της ανθρωπό-τητας με τη διεύρυνση της αποικιοκρατίας, που και αυτή θα πρέπει να τη δού-με μέσα από το πρίσμα των νέων μεθόδων αποικιοκρατίας – και για το θέμα αυτό υπάρχει μια αξιόλογη βιβλιογραφία από σύγχρονους μαρξιστές, αλλά και από μη μαρξιστές ερευνητές.
• Η μαρξιστική θεωρία ότι ο πόλεμος είναι στη φύση του καπιταλισμού – ιμπερι-αλισμού, με τις προεκτάσεις της για το ρόλο της πολεμικής βιομηχανίας γενικά στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος του σύγχρονου καπιταλισμού, ειδι-κότερα για το ρόλο του στρατιωτικού- βιομηχανικού συμπλέγματος στη λει-τουργία της οικονομίας των ΗΠΑ που λειτουργεί και ως αποφασιστικός συντε-λεστής στην επιδίωξή της για την κυριαρχία της σε όλον τον κόσμο.
• Με τους όρους της συνέχειας και της ασυνέχειας θα πρέπει να δει η ανανεω-τική αριστερά τη θεωρία του Μαρξ για τις κρίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας, που μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929- 1932 έχει αποφευχθεί η επανάληψή της σε αυτή τη γενικευμένη μορφή της, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της καταναλωτικής κοινωνίας, που εξασφαλίζει τη διάθεση των προϊόντων της διαρκώς αναπτυσσόμενης και διευρυνόμενης παραγωγής, υψώνοντας ένα τεχνητό ανάχωμα στις κρίσεις υπερπα-ραγωγής.. Σε κάθε περίπτωση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την αριστερά να εκτιμήσει και να σταθμίσει και σε πολιτικό επίπεδο το γεγονός ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός, έχει αναπτύξει την ικανότητα (μαζί και τους μηχανισμούς) παρέμβασης στη λειτουργία και την ισχύ νόμων της οικονομίας που τον διέπουν και απειλούν την «κανονική» λειτουρ-γία του ή και την ίδια την ύπαρξή του, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές, αλλά και τις ανθρωπολογικές επιπτώσεις τέτοιων παρεμβάσεων, όπως συνέβηκε με την ανάπτυξη της καταναλωτικής κοινωνίας, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής , την εμπορευματοποίηση όλων των αξιών, τον εμπορευματικό φετιχισμό να διαχέεται παντού, με το αναπόφευκτο σύνδρομο της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου από την ίδια την ουσία του ως λογικού όντος που για την κοινωνική του «καταξίωση» χρειάζεται να παραβαίνει τη χρυσή αρχή του μέτρου, του Αριστοτέλη. Αξίζει να ειπω-θεί εδώ ότι αυτές οι αλλαγές έχουν να κάνουν και με την ικανότητα του συστήματος αναχαίτισης ή και αναστολής της απειλής που σημαίνει για την εξουσία του κεφαλαίου η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής κεφα-λαιοκρατικής ιδιοποίησης των προϊόντων της, στην οποία (αντίφαση) εμπεριέχεται η δυνατότητα αύξησης των κοινωνικών εντάσεων που ευνοούν την ανάπτυξη του αντικα-πιταλιστικού επαναστατικού κινήματος, που απειλή την εξουσία του. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι αναιρείται η θεωρία του Μαρξ. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό το αίτημα για την αριστερά να σταθμίσει και με τους όρους και τα κριτήρια της πολιτικής το γεγονός της συνειδητής παρέμβασης του συστήματος (με τη χρησι-μοποίηση μεγάλου τμήματος της επιστημονικής διανόησης, με αιχμή την εξαιρετικά καλά αμειβόμενη επιστημονική ελίτ) στην προσπάθειά του να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση, ακυρώνοντας στην πράξη (αυτό δείχνει η μέχρι τώρα εμπειρία) την άποψη για την αντικειμενική λειτουργία της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού, σε μια αντί-ληψη του ακραίου ντετερμινισμού. Αυτό δεν σημαίνει την ακύρωση του γεγονότος ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με κύριο κριτήριο την αποτελεσματική λει-τουργία της εξουσίας του κεφαλαίου, επιδεινώνει αντί να λύνει το κοινωνικό και το ανθρώπινο πρόβλημα της εποχής μας, σε συσχέτιση και με την διάχυση του παράλο-γου στη λειτουργία της εξουσίας του , που απειλεί δυνητικά την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους.
• Η άποψη του Μαρξ και του Ένγκελς για τη μεγάλη τέχνη (ελληνική αρχαιότητα, Αναγέννηση, Ουμανισμός, Διαφωτισμός, τέχνη της εποχής τους) και η αξιοποί-ηση αυτής της πολιτιστικής παρακαταθήκης από μαρξιστές ερευνητές, καλλιτέ-χνες, γενικά διανοούμενους, αλλά και πολιτικούς σε μια προσπάθεια για την ανάδειξη, αλλά και την λειτουργία της τέχνης και της κουλτούρας, οριζόμενης με τους όρους του ανθρωπισμού και της διαλεκτικής στη διαδικασία της κοινωνι-κής προόδου, αλλά και για τη δημιουργία της σοσιαλιστικής τέχνης και κουλ-τούρας Υπάρχει και για τα θέματα αυτά σημαντικό έργο το οποίο οφείλει να α-ξιοποιήσει η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά, συμπεριλαμβανομένης και της κριτικής θεώρησης για ότι έχει επιτευχθεί στο χώρο του πρώην υπαρκτού σο-σιαλισμού – ανάλογα και με τη χώρα- με σαφή αναφορά και στις αρνητικές πλευρές αυτής της παράδοσης απέναντι στην οποία η στάση μας είναι η κατη-γορηματική απόρριψη (λογοκρισία, κατάργηση της αυτονομίας της τέχνης, κομ-ματικός έλεγχος κλπ)..
• Στην κατηγορία της ασυνέχειας ανήκει η θεωρία της δικτατορίας του προλετα-ριάτου, όχι μόνον κατ αρχήν, αλλά και γιατί ιδεολογικά και πολιτικά είναι μη λει-τουργική. Η δικτατορία του προλεταριάτου στην αντίληψη του Μαρξ και του Έν-γκελς δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της επαναστατικής τους θεωρίας για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, αφού δεν απόκλειαν την ειρηνική μετάβαση, την ο-ποία και εξαρτούσαν από τη στάση της αστικής τάξης. Υιοθέτησαν τον επινοη-μένο από τον Μπλανκί όρο της δικτατορίας του προλεταριάτου θεωρώντας «τε-λικά» ως πρότυπο το πρόγραμμα διακυβέρνησης τη; βραχύβιας Παρισινής Κομμούνας.. Η δικτατορία του προλεταριάτου ερμηνεύτηκε από το Μαρξ και τον Ένγκελς ως η πλέον προωθημένη μορφή της (άμεσης) δημοκρατίας. Η ανα-γκαιότητά της για μια σύντομη ιστορική περίοδο, που κατά την άποψή τους α-παιτείται για την κατάργηση του αστικού κράτους και για την δημιουργία του κράτους των εργατών, συναρτήθηκε με τον ιστορικό στόχο για την δρομολόγη-ση της ιστορικής διαδικασίας με σκοπό τη δημιουργία της αταξικής κοινωνίας, που καταργεί μαζί με τις τάξεις και την ταξική πάλη, αλλά και το κράτος ως μορ-φή έκφρασης και ως μέσο για την άσκηση της ταξικής εξουσίας, με την αναπό-φευκτη χρήση και της βίας. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στο Κομμουνιστικό Μα-νιφέστο μιλούν για την «κατάκτηση της δημοκρατίας» από την εργατική τάξη «ως πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση»(Μαρξ- Έγκελς, Διαλεχτά Έργα, 1-ος τόμος, σελ. 42). Αυτή η άποψη υιοθετήθηκε από τον Λένιν, που στις συν-θήκες της ξενικής επέμβασης των δυνάμεων της Ανταντ και του εμφύλίου πολέ-μου, στις συνθήκες της Ρωσίας, στα λίγα χρόνια ζωής που μετά την επανάστα-ση έμελλε να ζήσει, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να αντιληφθεί τους κινδύ-νους που περιέκλεινε η εφαρμογή της για μια μακρά περίοδο – αν και κατ αρχήν είχε αποδεχτεί τις επισημάνσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ακολούθησε η εξου-σία του Στάλιν, η οποία από το 1928, ήταν απόλυτη, που μετέτρεψε το καθε-στώς της δικτατορίας του προλεταριάτου σε σταλινικό ολοκληρωτικό καθεστώς, το οποίο και εμφάνισε ως την πεμπτουσία της θεωρίας μετάβασης στον σοσια-λισμό, ενώ ταύτισετο καθεστώς αυτό με τον ίδιο το σοσιαλισμό. Εξάλλου, ο Λέ-νιν δεν έζησε για να μπορέσει να εκτιμήσει τις εξελίξεις από την έκβαση της ε-φαρμογής της ΝΕΠ που ο ίδιος είχε δρομολογήσει, για να γνωρίζουμε την εξέλι-ξη της άποψής του για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, και για το σοσιαλισμό που επαγγέλονταν το πρόγραμμα του κόμματος των μπολσεβίκων. Για να μπορέ-σουμε επίσης να μάθουμε αν ο Λένιν αποδέχονταν τελικά την άποψη για το ρό-λο της αγοράς και του χρήματος στη φάση μετάβασης στο σοσιαλισμό, δηλαδή αν τελικά θα αποδέχονταν την άποψη για το σοσιαλισμό της αγοράς - θέμα το οποίο από το Μπουχάριν και μετά επανέρχεται στους προβληματισμούς και στις μελέτες των διανυομένων της αριστεράς, και ευρύτερων κύκλων διανοουμένων, κυρίως οικονομολόγων, έτσι, που υποχρεώνει την αριστερά να φέρει και πάλι στο προσκήνιο της σκέψης της το θέμα αυτό.. Και είναι χρήσιμη πιστεύω, για όσους βολεύονται γνωσιακά, νοησιαρχικά με τις απόλυτες απορρίψεις, τις από-λυτες διαχωριστικές γραμμές παρελθόντος και παρόντος, η αναφορά σε μια χαρακτηριστική τοποθέτηση του κατεξοχήν αντιδογματικού και ανανεωτή Λένιν (το έργο του οποίου υπόκειται στη δική μας κριτική) : «Εμείς, είπε ο Λένιν, δεν βλέπουμε καθόλου τη θεωρία του Μαρξ σαν κάτι το τελειωμένο και για πάντα δοσμένο. Απεναντίας έχουμε την πεποίθηση πως η θεωρία αυτή έβαλε μόνον τους ακρογωνιαίους λίθους της επιστήμης εκείνης, που οι σοσιαλιστές έχουν χρέος να την προωθούν παραπέρα προς όλες τις κατευθύνσεις, αν δεν θέλουν να μείνουν πίσω από τη ζωή».(Λένιν, Το πρόγραμμά μας, Άπαντα, τόμος 4. σελ. 186- 190). Ο Λένιν χρησιμοποίησε σκόπιμα αυτή την υπερβολή αναφερό-μενος στο Μαρξ για να τονίσει την ανάγκη για περαιτέρω δημιουργική σκέψη, γνώρισμα της οποίας είναι το πνεύμα της ανανέωσης..
• Η σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά έχει να αντιμετωπίσει σε θεω-ρητικό και σε πολιτικό επίπεδο ένα εντελώς καινούργιο πρόβλημα που ο μαρξι-σμός στις προηγούμενες εκδοχές του δεν είχε αντιμετωπίσει, πρώτα γιατί το πρόβλημα αυτό δεν εντάσσονταν οργανικά στην «καθαρή» ταξική δόμηση της επαναστατικής του θεωρίας και δεύτερο γιατί το θέμα αυτό δεν ήταν εξόφθαλμα παρόν στην εξέλιξη του ταξικού αγώνα, και επειδή η διαδικασία παγκοσμιοποί-ησης της ανθρωπότητας δεν ήταν τόσο προχωρημένη όσο είναι τώρα. Πρόκει-ται για το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας του κόσμου, με σαφείς διαχωρι-στικές γραμμές ειδικότερα ανάμεσα στον ισλαμικό, θρησκευτικό κατά βάση, πο-λιτισμό και τον δυτικοευρωπαικό πολιτισμό. Καινούργιο πρόβλημα αποτελεί και η αναζωπύρωση του εθνικισμού, που θέτει εκ νέου το πρόβλημα της σχέσης εθνικισμού και διεθνισμού, εθνικού και διεθνικού, σε μια εποχή που ο διεθνισμός και η παγκοσμιοποίηση του κόσμου αποτελεί κυρίαρχη κατεύθυνση και επιδίω-ξη του κεφαλαίου Πάντως, όλα δείχνουν ότι η μαρξιστική έρευνα και σκέψη στα θέματα αυτά είναι προωθημένη. Απομένει η ένταξη των πορισμάτων της έρευ-νας στην πολιτική φιλοσοφία της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, ως ορ-γανικού στοιχείου της επαναστατικής της θεωρίας και ιδεολογίας.
• Στη βάση της νέας εποχής στην οποία έχει εισέλθει η ανθρωπότητα είναι η πέ-ρα ως πέρα δυναμική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η διαχείρισή τους από τον καπιταλισμό σύμφωνα με τη λογική του κεφαλαίου, τα δικά του συμφέροντα και επιδιώξεις, σηματοδοτώντας το νέο, διακριτικό γνώρισμα της νέας φάσης εξέλιξης του καπιταλισμού. Αν και υπάρχει σημαντικό ερευνητικό έργο σχετικά με αυτή τη φάση εξέλιξης του καπιταλισμού, που έχει αρχίσει με τη διαδικασία ανάπτυξης της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στη δεκαετία του 1950, και η οποία στην τελευταία δεκαετία έχει πάρει καινούργια διάσταση με την ανάπτυξη και την ευρύτατη διάδοση της πληροφορικής (αλλά και της βι-οτεχνολογίας – σε μικρότερο βαθμό), καθώς και με τις επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης στην παραγωγή, στο χαρακτήρα της εργασίας, στη σύνθεση και το χα-ρακτήρα του εργατικού δυναμικού, στον επικοινωνικακό τομέα, γενικότερα στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, σε σχέση και με την παγκοσμιοποίηση του καπι-ταλισμού, με τη λειτουργία του κεφαλαίου, η αριστερά δεν έχει προβεί στην αξι-οποίηση αυτού του ερευνητικού υλικού στην ανάπτυξη της σύγχρονης αριστε-ρής πολιτικής φιλοσοφίας, με προέκταση στις μεθόδους του ταξικού αγώνα και στο περιεχόμενό του, με αναφορά και στις ανακατατάξεις στη σύνθεση του ερ-γατικού δυναμικού, τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο, οι πολιτικές δυνάμεις που το υπηρετούν. Υπάρχουν μόνον οι πρώτες ενδείξεις ότι αυτό το αίτημα έχει αρχίσει να ωριμάζει στη σκέψη της σύγχρονης ριζοσπαστι-κής αριστεράς.
Είναι βέβαιο ότι η επαναστατική αριστερά διανύει έναν τρίτο κύκλο της ιστορίας της, σε στενή σχέση με τον τρίτο κύκλο εξέλιξης του καπιταλισμού. Ο πρώτος κύκλος άρχισε με το Μαρξ και Ένγκελς και τέλειωσε με το θάνατο του Ένγκελς, ο δεύτερος άρχισε με την υπερί-σχυση της άποψης του Λένιν στο διεθνές εργατικό επαναστατικό κίνημα. Σ αυτόν τον κύκλο εξέλιξης της επαναστατικής αριστεράς στο θεωρητικό – ιδεολογικό επίπεδο έβαλε τη σφραγίδα του ο λενινισμός, που μετά την επικυριαρχία του Στάλιν πήρε τη μορφή έκφρασής του μέσα από τα σοβιετικά εγχειρίδια του μαρξισμού – λενινισμού και τους θεωρητικούς και ιδεολόγους που υιοθέτησαν και υπηρέτησαν το σταλινισμό. Στη δεκαετία του 1960 αρχίζει ένας τρίτος κύκλος που σηματοδοτήθηκε από την κίνηση για την Νέα Αριστερά, με την κίνηση για «επιστροφή στο Μαρξ», την «Αναγέννηση του Μαρξ», με κυρίαρχο το ρόλο της Σχολής της Βουδαπέστης, αλλά και της Σχολής της Κόρτσιουλα και του περιοδικού Πράξις. Παρά το σημαντικό έργο αυτής της προσπάθειας (στην οποία, με κάποιες επιφυλάξεις μπορεί να ενταχθεί και η διάδοση του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης) με κορύφωση το έργο των θεωρητικών και ιδεολόγων του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος ,με κυριότερους τους Ιταλούς μελετητές, τελικά αυτή η κίνηση δεν οδηγήθηκε στην επεξεργασία της επαναστατικής θεωρίας του σύγχρονου κριτικού μαρξισμού, ως ερμηνευτικού και μαζί ως πολιτικά λειτουργικού «εργαλείου» της σύγχρονης ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς. Στη σημερινή φάση που διανύει το αριστερό κίνημα διεθνώς, αρχίζει να ωριμάζει αυτό το αίτημα, εκφραζόμενο και μέσα από μελέτες, για την συνειδητή ανάληψη από την πολιτική αριστερά, από την σύγχρονη ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά αυτής της αναγκαίας προσπάθειας – χωρίς να αγνοείται το γεγονός ότι ο λενινισμός είναι ακόμα λειτουργικός .για τις χώρες του τρίτου κόσμου, κυρίως για το χώρο της Λατινικής Αμερικής, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της αριστεράς και των κοινωνιών αυτής της περιοχής, αποδεικνύοντας ότι ο λενινισμός ακόμα δεν «έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο» - φράση η οποία άκριτα χρησιμοποιείται από ορισμένους ως πολιτικό σλόγκαν που σηματοδοτεί το «αυτονόητο»....
ΤΕΛΟΣ tvakali@otenet.gr
Κατηγορία Άρθρα
Τάσος Τρίκκας, ΕΔΑ.... (Θεμέλιο)
Θανάσης Βακαλιός
Τάσος Τρίκκας, ΕΔΑ (1951- 1967) Το νέο πρόσωπο της Αριστεράς (εκδόσεις Θεμέλιο)
Το βιβλίο του Τάσου Τρίκκα είναι η πιο ολοκληρωμένη ιστορία της ΕΔΑ, γραμμένη από έναν μελετητή της με ενεργό συμμετοχή στις εξελίξεις που σημάδευσαν την Αριστερά αυτής της περιόδου.
Ο Τάσος Τρίκκας μολονότι δεν είναι ιστορικός, έχει το προσόν ιεράρχησης γεγονότων, σχέσεων, ρόλων και καταστάσεων, τηρώντας την επιστημολογική δεοντολογία της ιστοριογραφίας. Καταγράφει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί. Αξιοποιώντας την πλούσια βιβλιογραφία, την οποία έχει επεξεργαστεί, σχολιάζει αντιλήψεις και ενέργειες χωρίς να παραβιάζει την αλήθεια της πραγματικότητας. Το εύρος της και τις αντιφάσεις της.
Το βιβλίο του επιτρέπει να δούμε την αλληλουχία των γεγονότων στην ιστορία της ΕΔΑ σε σχέση με τις εξελίξεις στη χώρα, αλλά και με τις εξελίξεις στο ΚΚΕ που ήταν και η σημαντικότερη, η καθοριστική δύναμη στην ΕΔΑ.. Έτσι, που τελικά οι εξελίξεις στο ΚΚΕ καθόρισαν και την κατάληξή της.
Όλες οι φιλότιμες προσπάθειες για την διατήρηση της ΕΔΑ ως πολιτικού οργανισμού που ακολούθησαν τη διάσπαση του ΚΚΕ είχαν αποτύχει. Αυτό συνιστά ιστορικό δεδομένο. Όμως η σημασία του υποδείγματος της ΕΔΑ δεν έχει πάψει να παρακολουθεί τη σκέψη όσων αγωνίστηκαν και αγωνίζονται και σήμερα για την ανάπτυξη του νέου προσώπου, της νέας ταυτότητας της Αριστεράς: ιδεολογικής, πολιτικής και ανθρώπινης- αξιακής. Και υπάρχει από τη μεριά του Τάσου Τρίκκα σαφής παρότρυνση για μια τέτοια προσπάθεια.
«Το ¨φαινόμενο ΕΔΑ¨ , σημειώνει ο Τρίκκας, είχε προκαλέσει στην εποχή του το ζωηρό ενδιαφέρον των αριστερών δυνάμεων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που είχαν προσέξει τα ¨νέου τύπου χαρακτηριστικά ¨ της, προδρομικά στοιχεία μιας ανανεωτικής εξέλιξης της Αριστεράς. Στη ριζικά διαφορετική εποχή μας, τα στοιχεία αυτά αξίζει να μελετηθούν, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την αναζήτηση και τη διαμόρφωση μιας νέας, σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς, ενωτικής και πολύπλευρης, που θα επιβεβαιώνεται μέσα στους αγώνες του σήμερα, με σταθερή προσήλωση στο πρόταγμα ενός μελλοντικού κοινωνικού μετασχηματισμού, ενός σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία» (σελ. 34).
Προϋπόθεση για μια τέτοια, αναγκαία, προσπάθεια είναι, κατά τη γνώμη μου, η περαιτέρω βαθύτερη μελέτη απόψεων που έχουν εγκατασταθεί στη σκέψη πρωταγωνιστών της ανανέωσης και λειτουργούν ως θέσφατα, τα οποία μπορούν να προκαταλάβουν το αποτέλεσμά της. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει επαρκής απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν μπόρεσε να γίνει αποδεκτή από το ΚΚΕ (στην πραγματικότητα και από το ΚΚΕ εσωτερικού) η πρόταση να αντιμετωπιστεί η ΕΔΑ ως το νέο υπόδειγμα κόμματος της Αριστεράς. Γιατί το ΚΚΕ εσωτερικού επέμενε στην ιδέα- επιλογή ανανέωσης του ΚΚΕ με βάση το (γραμσιανά ερμηνευμένο, βέβαια) μαρξισμό – λενινισμό, για την πρώτη περίοδο, και μετά με βάση την άκριτα αποδεκτή ακαταστάλακτη ιδεολογία του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Γιατί στην προσπάθειά του για την συγκρότηση της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν τόλμησε ή δεν θέλησε να επεξεργαστεί θεωρητικά το υπόδειγμα της ΕΔΑ: ¨Εχουν γραφεί κάποια πράγματα γι αυτό, όμως το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί. Μάλιστα, θα μπορούσα να πω ότι έχει εγκαταλειφθεί η ιδέα για μια τέτοια σοβαρή προσπάθεια, που σύμφωνα με τον Τρίκκα αποτελεί ζητούμενο, σε μια αντίληψη που εκφράζεται στο παραπάνω απόφθεγμα.
Η απόρριψη τέτοιων προτάσεων για το δογματικό ΚΚΕ ήταν κάτι το αυτονόητο, που είχε να κάνει με το χαρακτήρα του, θα έλεγα με τη φύση του. Το δογματικό ΚΚΕ πίστευε (πιστεύει) ότι είναι το μόνο επαναστατικό κόμμα της Αριστεράς και ότι δικαιωματικά ήθελε (θέλει) να ηγεμονεύει όχι μόνον τον κομμουνιστικό, αλλά και τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος, με τις όποιες εκφράσεις του. Λογική συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η απόρριψη κάθε προσπάθειας αμφισβήτησης της πολιτικής κουλτούρας του και της οργανωτικής του δομής και λειτουργίας ως πράξη που απειλεί την ίδια την ύπαρξή του.
Η καταλυτική υπερίσχυσή του έναντι του ΚΚΕ εσωτερικού, καθώς και η αποδοχή της πολιτικής του από ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης και της νεολαίας, αλλά και η αναγνώριση του από πολλά κομμουνιστικά κόμματα (όσο και αν τα περισσότερα από αυτά είναι μικρά) έχει ενισχύσει την αυτοπεποίθησή του σε ό,τι πρεσβεύει, έτσι που με το πρόσφατο συνέδριό του
έχει αποφασίσει την ιδεολογική νομιμοποίησή του ως σταλινικό κόμμα, σε μια φάση της ιστορίας της Ευρώπης που ο σταλινισμός θεωρείται (από μελετητές της) ως ιστορικά α- λειτουργικός ή ακόμα ως ξένο σώμα. Πως εξηγείται αυτό; Το φαινόμενο ΚΚΕ χρειάζεται βαθύτερη μελέτη.
Από την άλλη μεριά η διαμόρφωση της σύγχρονης ριζοσπαστικής ανανεωτικής Αριστεράς ,«ενωτικής και πολύπλευρης», εμφανίζεται ως ιστορική αναγκαιότητα. Έτσι πιστεύουν όσοι στηρίζουν και υποστηρίζουν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, πιστεύοντας, συγχρόνως, ότι μόνον μέσα από αυτό το εγχείρημα μπορεί να επιτευχθεί η ενότητα της Αριστεράς – κύριος πολέμιος της οποίας είναι το ΚΚΕ. Πράγμα που σημαίνει ότι αυτή την ιστορική στιγμή η ενότητα της Αριστεράς είναι ανέφικτος στόχος Αυτοαναιρείται πολιτικά όποιος κυνηγά ανέφικτους στόχους. Όμως, για όλους τους αριστερούς η ενότητα της Αριστεράς εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο – πολιτικά και ηθικά. Και είναι βέβαιο ότι διασπασμένη η Αριστερά δεν μπορεί να παρέμβει σοβαρά στο πολιτικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι της χώρας. Αυτή η αλήθεια καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την πρόταση του Τρίκκα – που βέβαια δεν είναι μόνον δική του.
Με την ελπίδα ότι σε μια ορατή προοπτική, η πρόταση για την ενότητα της Αριστεράς – στη βάση ενός πολιτικά λειτουργικού ιδεολογικού πλαισίου- μπορεί να βρει απήχηση στις γραμμές του ΚΚΕ, η κριτική μελέτη τέτοιων προσπαθειών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Και δεν εννοώ εδώ την κορυφαία εμπειρία της ΕΔΑ (και του ΕΑΜ βέβαια) αλλά και την εμπειρία από την δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς που προέκυψε ύστερα από τη συμφωνία ΚΚΕ και ΕΑΡ.
Η αποτυχία αυτού του εγχειρήματος, πολύ περισσότερο η αποτυχία του εγχειρήματος του ΚΚΕ εσωτερικού, μας παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην άποψη περί ιδεολογικού και γεωγραφικού δυισμού, για τον οποίο γίνεται λόγος στο κεφάλαιο με τον τίτλο Δυισμός – σχέσεις ΕΔΑ- ΚΚΕ.
Το κεφάλαιο αυτό αρχίζει με την παράθεση της εξής θέσης του Eric Hobsbawn: “Το κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν παιδί από το γάμο δυο αταίριαστων συντρόφων, μιας εθνικής Αριστεράς και της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αυτός ήταν γάμος και από έρωτα και από σκοπιμότητα». Ο Τρίκκας ερμηνεύοντας, με το δικό του τρόπο, αυτή τη θέση του Hobsbawn γράφει «Ο ιδιότυπος αυτός ¨δυισμός¨ υπήρξε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος». Μάλιστα, αποδεχόμενος την άποψη του Άγγελου Ελεφάντη περί λαογενούς και ξενόφερτου μιλά για ιδεολογικό και για οργανωτικό και «γεωγραφικό» δυισμό στο ελληνικό κίνημα. (σελ. 1321) Πρόκειται για άποψη η οποία λειτούργησε ως θέσφατο στην αντίληψη του ΚΚΕ εσωτερικού, η οποία εγκατεστημένη στις συνειδήσεις πολλών κρατά μέχρι και σήμερα.
Κατασταλαγμένη άποψή μου είναι ότι δεν υπήρχε στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα «ιδεολογικός δυισμός», με αναφορά στο «μέσα» και στο «έξω». Στη βάση της ιδεολογίας των κομμουνιστών του «εσωτερικού» και των κομμουνιστών του «εξωτερικού» ήταν τα σοβιετικά εγχειρίδια του μαρξισμού- λενινισμού, στα οποία καθοριστικό ήταν το στίγμα του Στάλιν. ¨Ετσι, σε ό,τι αφορά την ιδεολογική συγκρότηση των Ελλήνων κομουνιστών δεν μπορεί να γίνει λόγος για γεωγραφικά ορισμένο ιδεολογικό δυισμό. Και είναι επίσης προς συζήτηση η άποψη του Ελεφάντη περί του «λαογενούς και του ξενόφερτου».
Δεν προχωρώ σε αναλύσεις. Σημειώνω απλώς πως ούτε το πνεύμα ούτε το ιδεολογικό και πολιτικό μήνυμα της Οχτωβριανής Επανάστασης είχε εισπραχθεί από τα κομμουνιστικά κόμματα, που προσχώρησαν στην Κομιντέρν, ως κάτι το ξενόφερτο. Τώρα, όσον αφορά την αντίθεση του «έξω» και του «μέσα» μπορώ να καταθέσω τη δική μου εμπειρία ως πολιτικού εμιγκρέ, και να πω ότι οι αγωνιστές του ΔΣΕ, που μετά την ήττα βρέθηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης,ούτε ένοιωθαν έτσι ούτε ήταν ξένο σώμα του ελληνικού κινήματος. Κουβαλούσαν μέσα τους τις μνήμες του ΕΑΜ, και του Δημοκρατικού Στρατού, βέβαια. Παρακολουθούσαν στενά τους αγώνες των κομμουνιστών, της Αριστεράς στη χώρα. Ζούσαν τον παλμό του αγώνα τους. Και οι μέν και οι δε (οι «έξω» και οι «μέσα») ήταν και συναισθηματικά δεμένοι μεταξύ τους. Γιατί μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ διασπάστηκε όλος αυτός ο κόσμος, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό; Υπάρχουν κάποιες απαντήσεις, κυρίως από τη λογοτεχνία. Όμως ερευνητικά και αυτό το ερώτημα είναι ακάλυπτο όπως και τα περισσότερο κρίσιμα ερωτήματα τα οποία προκύπτουν και από την ανάγνωση του βιβλίου του Τάσου Τρίκκα, όπως: Γιατί ο «ξενόφερτος» λόγος του «ΚΚΕ εξωτερικού» βρήκε μεγαλύτερη ανταπόκριση στους κομμουνιστές του «εσωτερικού»; Γιατί από τη διαμάχη «ΚΚΕ εσωτερικού» και «ΚΚΕ εξωτερικού» νικητής βγήκε το δεύτερο; Γιατί απέτυχαν οι προσπάθειες να «σωθεί», έστω, η ΕΔΑ, ως το νέο πρόσωπο της Αριστεράς, που ήταν έργο κυρίως των κομμουνιστών του «εσωτερικού»; Γιατί το ΚΚΕ εσωτερικού αδιαφόρησε – για να χρησιμοποιήσω αυτή την ήπια λέξη- γι αυτές τις προσπάθειες;...
Θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξει ενδιαφέρον από ερευνητές για τη βαθύτερη μελέτη αυτών των θεμάτων. Το σημαντικό έργο του ΑΣΚΙ και προσπάθειες όπως αυτή του Τάσου Τρίκκα αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ
Ζητούνται στρατευμένοι της "καπιταλιστικής δημοκρατίας" και της οικονομίας της αγοράς
KORNAI
Περιοδικό Διάπλους
Ζητούνται στρατευμένοι της «καπιταλιστικής δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς
Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις έρευνες οι οποίες διεξάγονται διεθνώς από ειδικά επιστημονικά ινστιτούτα, από εκατοντάδες ερευνητές με αντικείμενο τη μελέτη των καταστάσεων και συντελεστών που αναφέρονται στη σχέση πολίτη και κράτους, κράτους και πολίτη, με σκοπό την αναζήτηση τρόπων για την ανάπτυξη της τιμιότητας και της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος αλλά και του κράτους προς τον πολίτη, με κύριο διαμεσολαβητικό πεδίο για την ανάπτυξη αυτής της σχέσης την «καπιταλιστική δημοκρατία» (ή νεοφιλελεύθερη δημοκρατία), η οποία είναι δυνατή μόνον πάνω στη βάση της οικονομίας της αγοράς που ο πολίτης και ο εργαζόμενος θα πρέπει να δεχτεί ως τη μοναδική μορφή οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομίας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και του ίδιου.
Στο πνεύμα αυτής της άποψης – ιδεολογίας το Collegium Budapest, υπό την καθοδήγηση του διεθνώς γνωστού Ούγγρου οικονομολόγου (ακαδημαϊκού) Janos Kornai συγκρότησε μια διεθνή ομάδα με πενήντα ερευνητές από 17 «δυτικές» και «ανατολικές» χώρες οι οποίοι (ο καθένας βάζοντας και το δικό του στίγμα) μελέτησαν το πρόβλημα αυτό, με τις πολλαπλές παραμέτρους του, στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Τις μελέτες αυτές, καθώς και την κριτική θεώρησή τους περιλαμβάνει το δίτομο με τον τίτλο Τιμιότητα και εμπιστοσύνη στο φως της μετασοσιαλιστικής μετάβασης, και υπότιτλο : H δημιουργία της εμπιστοσύνης την περίοδο της μετασοσιαλιστικής μετάβασης. (1) το οποίο εν συντομία θα επιχειρήσω να παρουσιάσω, κάνοντας τους δικούς μου σχολιασμούς. Στο βιβλίο αυτό εκπροσωπούνται με μελέτες ερευνητές από τη Βουλγαρία, τις ΗΠΑ, τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία, τον Καναδά, την Κίνα, την Πολωνία , την Ουγγαρία, το Μεξικό, τη Γερμανία, τη Νορβηγία, την Ιταλία, τη Ρωσία, τη Ρουμανία, τη Σουηδία και την Τουρκία. Πρόκειται για διεπιστημονική έρευνα στην οποία εκπροσωπήθηκαν η πολιτική επιστήμη, η οικονομική επιστήμη, η κοινωνιολογία, η νομική επιστήμη, η ανθρωπολογία και η πολιτική φιλοσοφία. Από τους συντονιστές του έργου θεωρείται ως έλλειψη η μη συμμετοχή σ αυτή την έρευνα της ιστορικής επιστήμης και την ηθικής φιλοσοφίας. Γι αυτό και συνιστούν στους συνεχιστές αυτού του έργου να εξασφαλίσουν και τη συμμετοχή αυτών των πειθαρχιών.
Το Colegium Budapest ιδρύθηκε το 1991. Ανήκει στην κατηγορία των ερευνητικών ιδρυμάτων τα οποία διεθνώς είναι γνωστά με το όνομα Institute for Advanced Study. Παρόμοια ιδρύματα λειτουργούν στην Ολλανδία, τη Νορβηγία, τη Ρουμανία, τη Σουηδία και αλλού. Ιθύνων νους και μαζί κεντρικό πρόσωπο του Collegium Budapest είναι, όπως είπα, ο Γιάνος Κόρναη, γνωστός διεθνώς από τη δεκαετία του 1960 με σημαντικό ερευνητικό έργο, στο οποίο δεσπόζει το ενδιαφέρον του για το σοσιαλιστικό σύστημα, τη δομή του, τη λειτουργία του και τα προβλήματά του - με ανάλογες δημοσιεύσεις που τον έκαναν να ανεβεί όλη την κλίμακα των επιστημονικών τίτλων, γινόμενος το 1976 Αντεπιστέλλον Μέλος της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών και το 1982 Τακτικό Μέλος της. Το έργο του εκτιμήθηκε και από άλλα ακαδημαϊκά ιδρύματα του εξωτερικού. Ο Κόρναη είναι επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας των Τεχνών και των Επιστημών , και άλλων Ακαδημιών. Είναι κάτοχος και άλλων τίτλων και διακρίσεων. Από τη δεκαετία του 1970 είναι επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια της Δύσης. Για πολλά χρόνια τώρα διδάσκει στο πανεπιστήμιου του Χάρβαρτ ως τακτικός καθηγητής ενώ είναι επισκέπτης καθηγητής σε άλλα πανεπιστήμια. Εξάλλου, από το 1967 μέχρι σήμερα εργάζεται ως διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικών Επιστημών της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών. Είναι γνωστός διεθνώς κυρίως με τα έργα του: Anti – Εquilibrium, Η έλλειψη (στα αγγλικά μεταφράστηκε με τον τίτλο «Economics of Shortage») και το πρόσφατο βιβλίο του, «Το σοσιαλιστικό σύστημα». ¨Έχει γράψει πάνω από δέκα βιβλία για διάφορα οικονομικά θέματα του υπαρκτού σοσιαλισμού τα οποία έχουν μεταφραστεί σε δεκατρείς γλώσσες σε όλον τον κόσμο, από την Ευρώπη μέχρι την Αμερική, την Ιαπωνία και την Κίνα. (2)
Παραθέτω αυτά τα στοιχεία για τον Γιάνος Κόρναη για να τονίσω δυο πράγματα. Πρώτο τη δέσμευση ενός αναγνωρισμένου διεθνώς επιστήμονα σε ένα ερευνητικό πόρισμα που ανατρέπει όλον τον προηγούμενο σοσιαλιστικό προσανατολισμό του και τον μετατρέπει σε συνειδητό και συνεπή εκφραστή του σύγχρονου καπιταλισμού, τον οποίο εκλαμβάνει ως το αναγκαίο πλαίσιο για τις οποιεσδήποτε προσπάθειες κοινωνικής προόδου, πολύ περισσότερο για τις οποιεσδήποτε προσπάθειες οικονομικής ανάπτυξης κάθε χώρας. Δεύτερο, για να τονίσω το γεγονός ότι η αποδοχή του πορίσματος των αναλύσεων του Κόρναη για τον υπαρκτό σοσιαλισμό ( άλλον σοσιαλισμό ο Κόρναη ούτε γνωρίζει – αναγνωρίζει ως δυνατό) από αριστερούς διανοούμενους καθιστά χωρίς ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο τη σοσιαλιστική τους ταυτότητα, με διαφορετική για τον καθένα ιδεολογική ή και πολιτική κατάληξη.
Έτσι, κάποιοι οδηγούμενοι από αυτή τη διανοητική οδό, κατέληξαν να αποδεχτούν τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία γινόμενοι ακόμα και πολιτικοί εκφραστές της. Άλλοι επιλέγουν να λειτουργούν ως εκφραστές των ανθρωπιστικών αρχών και αξιών τις οποίες ερμηνεύουν και ορίζουν με υπερταξικά κριτήρια, όπως και την έννοια της δημοκρατίας, ενώ ένα μέρος από αυτούς έμμεσα ή και άμεσα στηρίζουν τη κεντροαριστερή νεοφιλελεύθερη πολιτική - με στοιχεία κριτικής. Αυτό αφορά και πρώην μαρξιστές φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και κοινωνικούς ψυχολόγους. ¨Έχω υπόψη μου συγκεκριμένες περιπτώσεις, επιστήμονες με τους οποίους συνεργάστηκα ερευνητικά στην Ουγγαρία του Γιάνος Κάνταρ - αποδεχόμενοι όλοι τότε τον λεγόμενο «κανταρικό σοσιαλισμό» με την εσωτερική δυναμική του για μεγαλύτερο εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό. Ένα μέρος από αυτούς καλυπτόμενοι πίσω από την ιδεολογική «ουδετερότητα» του ερευνητή, επέλεξαν να συμμετάσχουν σε ερευνητικά έργα που αφορούν την αποτελεσματική λειτουργία του καπιταλισμού και την ιστορική αναπαραγωγή του. Τo Collegium Budapest, όπως και άλλα παρόμοια ιδρύματα, δεν έχουν λόγο να μην αξιοποιούν στο ερευνητικό τους έργο τέτοιους πρώην αριστερούς – ακόμα και πανεπιστημιακούς που για πολλά χρόνια δίδαξαν μαρξισμό. Να λοιπόν με ποιους, και κυρίως με το έργο ποιών θα πρέπει να αντιπαραταχθούν όσοι πιστεύουν στο σοσιαλισμό, με κορυφαίο βέβαια το έργο του Κόρναη Το σοσιαλιστικό σύστημα, αλλά και με τα βιβλία για το οποίο εδώ γίνεται λόγος.
Η δυσκολία αντιμετώπισής τους αφορά περισσότερο εκείνους που επέλεξαν συνειδητά τη μετάβαση από τις θέσεις του μαρξισμού στις θέσεις του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού, με δεδομένη, αν και όχι πάντα δηλωμένη σαφώς, τη στράτευσή τους υπέρ της «βελτίωσης» του σύγχρονου καπιταλισμού, δηλαδή υπέρ της αναπαραγωγής του στον ιστορικό χρόνο.
Το φαινόμενο της μετάβασης από το μαρξισμό στο νεοφιλελευθερισμό, πολλοί αριστεροί επαναστάτες το « ξεπερνούν» με αναφορά στην άποψη περί προδοσίας. Και είναι εύκολο να μιλά κανείς για προδοσία ιδιαίτερα στις περιπτώσεις γνωστών και προβαλλόμενων για δεκαετίες από την αριστερά διεθνώς ως επιφανών μαρξιστών διανοουμένων, όπως συνέβαινε με επώνυμους «διαφωνούντες» μαρξιστές διανοούμενους της Σχολής Βουδαπέστης, στην οποία ωστόσο δεν ανήκε ο Κόρναη. Το δικό του ερευνητικό έργο είχε μια αναγνωρισμένη μοναδικότητα, η οποία όμως δεν τον εμπόδισε να λειτουργεί ομαλά στο καθεστώς Κάνταρ, στον «κανταρικό σοσιαλισμό» - έχοντας την αναγνώρισή του, αφού όπως ανάφερα παραπάνω από το 1967 εργάζεται ως διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικών Επιστημών της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών. Ο Κόρναη δεν ανήκε στην κατηγορία των διαφωνούντων διανοουμένων.
Θα μπορούσε λοιπόν κανείς για την περίπτωσή του και για πολλές ανάλογες περιπτώσεις διανοουμένων που «υπηρέτησαν» το σοσιαλιστικό σύστημα, και αμείφθηκαν ανάλογα για αυτή την «υπηρεσία» τους, να μιλήσει για προδοσία. Όμως αυτό θα ήταν μία λάθος εξήγηση της ιδεολογικής ή ακόμα και της πολιτικής μετάλλαξής τους Και για το λόγο ότι το δήθεν εξηγητικό σχήμα της προδοσίας μας «απαλλάσσει» από τον κόπο να αντιμετωπίσουμε τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει ένας τέτοιος επιστήμονας ή και διανοούμενος γι αυτή του την «αποστασία» την οποία, λόγω ακριβώς της λογικής που στηρίζει την επιχειρηματολογία του, που για μας μπορεί να θεωρείται σαθρή, δεν την ζει ως αποστασία, αλλά ως έναν λογικό ίσως και ως ηθικά ορθό τρόπο ουσιαστικής παρέμβασής του στην ιστορική διαδικασία – με δεδομένη μια για πάντα ή «έστω» για το δυνητικά προβλεπτό μέλλον την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, τον οποίο και με τη δική του παρέμβαση επιθυμεί και επιδιώκει να «βελτιώσει».
Οι υποστηρικτές του «εξανθρωπισμένου καπιταλισμού» ή και του «σοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού» αποτελούν μάλλον την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση γι αυτή την κατηγορία των διανοούμενων.. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι οι οποίοι απορρίπτοντας τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, και ξεπερνώντας τις αυταπάτες τους για τη δυτική δημοκρατία και τον δυτικό ελεύθερο κόσμο, προσπαθούν να διασκεδάσουν την θεωρητική ή και την πολιτική τους αμηχανία κατασκευάζοντας διάφορα θεωρητικά σχήματα. Τέτοια είναι η περίπτωση του Φέρεντς Φέχηρ –και όχι μόνο- ο οποίος μιλά για «το πνεύμα του 1989», χωρίς και ο ίδιος να μπορεί να προσδιορίσει το θεωρητικό και το πολιτικό του περιεχόμενο. Έτσι, μένει μόνον με την πίστη ότι υπηρετεί τα ανθρώπινα ιδεώδη και το φιλελεύθερο πνεύμα της δημοκρατίας – αφού έχει πάρει οριστικά διαζύγιο από τα σοσιαλιστικά – κομμουνιστικά ιδεώδη. Η εικόνα αυτού του πρώην αντιφρονούντα της Σχολής Βουδαπέστης είναι αποτυπωμένη στο κείμενό του με τον τίτλο «Το πνεύμα του 1989 και η αποδόμηση του πολιτικού μονισμού». (3).
Αξίζει εδώ να ειπωθεί ότι η άποψη του Φέρεντς Φέχηρ ο οποίος αναφερόμενος στη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού μιλά για την κατάρρευση του μαρξιστικού υποδείγματος, συγκλίνει προς την άποψη του Κόρναη ότι το σταλινικό σύστημα – το οποίο βέβαια και απορρίπτει- είναι το σύστημα του κλασσικού σοσιαλισμού. (4). Με τη διαφορά ότι ο Κόρναη καταλήγει σε αυτή τη θέση ύστερα από μια συστηματική ανάλυση της δομής του σταλινικού συστήματος. Γι αυτό είναι πολύ περισσότερο δύσκολη η απόρριψη του «τελικού» συμπεράσματός του, αφού προηγουμένως θα χρειαστεί να υποβληθεί σε σοβαρή κριτική και να απορριφθεί, με ειδικές αναλύσεις, η εφαρμογή από αυτόν μιας αμφίβολης (μη διαλεκτικής) μεθόδου προσέγγισης και κριτικής των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Και βέβαια για τον Κόρναη και για όσους αποδέχονται τη δική του μέθοδο και τη δική του επιχειρηματολογία, μένοντας πιστοί σε κάποιες γενικές επιστημολογικές αρχές και κανόνες κρίσης, είναι δύσκολο να είναι ακόμα και ηθικά πειστική η απόδοση της μομφής περί προδοσίας. Μολονότι ειδικά για τον Κόρναη ο «κανταρικός σοσιαλισμός» του παρείχε σε πολύ μεγάλο βαθμό, σχεδόν πλήρως, κάθε δυνατότητα για την ανάπτυξη της επιστημονικής του δραστηριότητας. Όπως και σε άλλους πρώην ακαδημαϊκούς μαρξιστές. Βέβαια υπάρχει το ερώτημα αν ο Κόρναη ήταν ποτέ μαρξιστής. Το ερώτημα αυτό θα μπορούσε να τεθεί και για καθηγητές που επί δεκαετίες δίδαξαν μαρξισμό και εξέδωσαν βιβλία στο πνεύμα του μαρξισμού. Όμως και αυτή η άποψη μπορεί να μας βγάλει από το χρέος να ασχοληθούμε με τις σημερινές τους απόψεις και τη σημερινή τους ερευνητική δραστηριότητα σαν και αυτή που απεικονίζεται στο εν λόγο δίτομο.
Η απόρριψη της άποψης του Κόρναη ότι το σταλινικό καθεστώς αποτελεί το κλασικό μοντέλο σοσιαλισμού, είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί εφόσον αντί της δικής του μαθηματικής – λογικής μεθόδου εφαρμόσουμε την διαλεκτική μέθοδο μελέτης του υπαρκτού σοσιαλισμού με ουσιαστική αναφορά και στις παραλλαγές του σταλινικού μοντέλου, όχι για να απορρίψουμε όλα τα αποτελέσματα της ερευνητικής του μεθόδου, όλες τις αναλύσεις του, αλλά για να αναδείξουμε τα προβλήματα του ιστορικού σοσιαλιστικού εγχειρήματος, εντάσσοντάς το μέσα στη διαλεκτική της ιστορίας του σύγχρονου κόσμου. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να ανατρέψει την άποψη ότι η κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου υπαρκτού σοσιαλισμού συνιστά την κατάρρευση του μαρξιστικού υποδείγματος σοσιαλισμού, καθώς και την άποψη ότι κανενός είδους σοσιαλισμός δεν είναι εφαρμόσιμος, ακόμα και το μοντέλο του σοσιαλισμού της αγοράς, το οποίο επιχείρησαν να αναπτύξουν οι Ούγγροι. Όμως, αυτό το θέμα δεν είναι του παρόντος να το αναπτύξουμε εδώ. Το θέμα αυτό χρίζει ειδικής μονογραφίας. Και νομίζω ότι έχω κάνει ουσιαστική, κατά τη γνώμη μου, προεργασία η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια τέτοια προσπάθεια. (5)
Περιορίζομαι λοιπόν στην επιγραμματική παρουσίαση, από τον ίδιο, του αποτελέσματος της δομικής κριτικής του σταλινικού συστήματος, που τον οδηγεί, σύμφωνα με τη δική του λογική στη διατύπωση της θέσης ότι το μοντέλο αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως το κλασικό μοντέλο σοσιαλισμού. Ο Κόρναη αποφεύγοντας την ηθική κριτική του σταλινικού συστήματος επικεντρώνει την προσοχή του και τις αναλύσεις του στα δομικά χαρακτηριστικά του, με έμφαση στα στοιχεία που το καθιστούν, κατά τη γνώμη του, από οικονομική άποψη μη λειτουργικό, όχι μόνον για την εποχή μας, αλλά διαχρονικά,. Πράγμα που καθιστά εντελώς λογική την απόρριψή του κατ αρχήν. και διαπαντός. Στην οπτική προσέγγισης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού ο Κόρναη χρησιμοποιεί τρία γενικά κριτήρια : α) την οικονομική αποδοτικότητα του συστήματος, 2) το ιδεώδες της δημοκρατίας και 3) την ιδέα της ελευθερίας του ατόμου, την οποία συνδέει οργανικά με την ατομική ιδιοκτησία.
Σε μια επιγραμματική διατύπωση ο Κόρναη δίνει τα δομικά χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού (σοβιετικού) συστήματος : α) εχθρική στάση του κομμουνιστικού κόμματος, που ασκεί μονοπωλιακά την εξουσία, προς την ατομική ιδιοκτησία και την αγορά β) υπερίσχυση του συντονισμού (coordination) συλλογικής ιδιοκτησίας και γραφειοκρατίας. (6).Στο αντίποδα αυτού του συστήματος είναι το καπιταλιστικό σύστημα τα χαρακτηριστικά του οποίου διατυπώνονται επιγραμματικά ως εξής: α) πολιτικό σύστημα φιλικό προς την ατομική ιδιοκτησία και την αγορά, β) υπερίσχυση του συντονισμού (coodination)ατομικής ιδιοκτησίας και αγοράς. (7) Η ανάπτυξη αυτών των χαρακτηριστικών στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού συνιστά τη μετάβασή τους στον καπιταλισμό. Από το συνδυασμό αυτών των δυο συστημάτων θα μπορούσε να προκύψει μια μορφή του σοσιαλισμού της αγοράς. Αυτό φαίνεται να πίστευε ο Κόρναι για πολλά χρόνια, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Ο Κόρναη ως διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικών Επιστημών της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών, ως ερευνητής, και ως δημόσιο πρόσωπο από τη δεκαετία του 1960 παρενέβαινε συστηματικά και ουσιαστικά προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης ενός σοσιαλισμού της αγοράς που συνδυάζει το κεντρικό σχέδιο με την αγορά, ενώ στη δεκαετία του 1980 (ή και νωρίτερα) το ειδικό βάρος των παρεμβάσεών του χαρακτηρίζεται από το τονισμό του ρόλου της αγοράς στο ουγγρικό οικονομικό σύστημα. Εξάλλου την περίοδο αυτή διατυπώνει σε γραπτό κείμενό του την κατεξοχήν αστική φιλελεύθερη άποψη ότι η ελευθερία του ατόμου είναι συνυφασμένη με την ατομική ιδιοκτησία. Ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται ως επιστήμονας και διανοούμενος εντός του συστήματος, ωσότου εξακολουθεί να πιστεύει στη βελτίωσή του με τη διατήρηση του σοσιαλιστικού του χαρακτήρα- αν και αυτό στη δεκαετία του 1980 δεν είναι σαφές στο έργο του. Άλλωστε στη δεκαετία του 1980 εμφανίζεται στον τύπο και στη δημόσια ζωή μια πλειάδα θα μπορούσα να πω οικονομολόγων οι οποίοι θεωρούν ως μόνη διέξοδο της ουγγρικής οικονομίας από την κρίση, την ανάπτυξη ενός οικονομικού συστήματος της αγοράς.
Πάντως ο Κόρναη, όπως ήδη έχω πει, δεν ανήκει στην κατηγορία των αντιφρονούντων. Μέχρι το τέλος οι παρεμβάσεις του στις συζητήσεις που γίνονταν για το μέλλον της ουγγρικής οικονομίας, αλλά και για το μέλλον της χώρας διακρίνονταν από την τάση βελτίωσης των υφιστάμενων δομών του σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος, αλλά και θεσμικών ανατροπών, που υπερέβαιναν το σύστημα, για το «καλό» της κοινωνίας, για το συλλογικό και το ατομικό «καλό». Το ερώτημα βέβαια ήταν το περιεχόμενο το οποίο έδινε ο ίδιος και πολλοί άλλοι οικονομολόγοι, αλλά και κάποιοι κοινωνιολόγοι, στην έννοια «καλό». Όμως και η ανάλυση αυτής της κρίσιμης παρατήρησης δεν είναι έργο αυτού του άρθρου.
Στη δεκαετία του 1980 ο Κόρναη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σοσιαλισμός (τον οποίο όπως είπα ταυτίζει με το σοβιετικό, το σταλινικό κατά βάση, σοσιαλισμό) έχει πάψει να είναι το πεδίο παρέμβασής του στην οικονομία και την κοινωνία. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να δώσει τη λύση στο κρίσιμο πρόβλημα της οικονομίας και της δημοκρατίας, καθώς και στο πρόβλημα της ελευθερίας των ατόμων. Αυτή η απόλυτη θέση λογικά τον οδηγεί στην αναζήτηση ενός άλλου πεδίου παρέμβασης στην οικονομία, στην κοινωνία ή ακόμα και στην πολιτική – αν και ποτέ δεν ανάπτυξε δημόσια πολιτική δράση. Πάντως δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του στη θέση ενός ερευνητή διανοούμενου κλεισμένο στον εαυτό του. Αισθάνεται την ανάγκη να συνεχίσει να παρεμβαίνει ως επιστήμονας για την ανάπτυξη της οικονομίας, ως αναγκαίας ή και απόλυτης προϋπόθεσης για την προώθηση του συλλογικού και του ατομικού «καλού». Αισθάνεται την ανάγκη να παρέμβει για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτός ο καλύτερος κόσμος, «βέβαια», δεν μπορεί να είναι ο σοσιαλισμός. Όμως μπορεί να είναι μια παραλλαγή του σύγχρονου καπιταλισμού.
Είναι, λοιπόν, λογικό ο Κόρναη ως άνθρωπος ο οποίος αισθάνεται το χρέος να παρέμβει για καλύτερες κοινωνικές συνθήκες ζωής των ατόμων και των συλλογικοτήτων να αναζητά τρόπους βελτίωσης του καπιταλισμού – αφού έχει αποκλείσει το σοσιαλισμό, επομένως και την κοινωνική παρέμβαση με σκοπό την υπέρβαση του καπιταλισμού. Όμως δεν επιλέγει να το κάνει αυτό χρησιμοποιώντας κινηματικές μορφές δράσης. Πιστεύει ότι αυτό μπορεί να γίνει με παρεμβάσεις για την ανάπτυξη και την βελτίωση των θεσμών του κράτους, καθώς και για την αλλαγή της συμπεριφοράς του απέναντι στον πολίτη και του πολίτη απέναντι στο κράτος. Πιστεύει ότι στο σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος υπάρχουν περιθώρια για τέτοιας τάξεως βελτιώσεις και αλλαγές. Επίσης πιστεύει ότι ο σύγχρονος πολίτης μπορεί ν αναπτύξει μια συμπεριφορά η οποία χαρακτηρίζεται από την τιμιότητα και την εμπιστοσύνη προς το κράτος, εφόσον βέβαια το ίδιο το κράτος συμπεριφέρεται ανάλογα προς τον πολίτη.
Μάλιστα, πιστεύει ότι αυτού του είδους η αμοιβαιότητα μπορεί να επιδιωχθεί και για τη σχέση επιχειρηματία και εργαζόμενου, εργαζόμενου και επιχειρηματία και γενικά για τη σχέση κεφαλαίου και εργασίας. Αυτό το πνεύμα και αυτή η επιδίωξη διακατέχει όλους τους συγγραφείς του δίτομου, και αυτούς που προηγούμενα είχαν υπηρετήσει με την έρευνα, την εκπαίδευση και τις δημοσιεύσεις τους τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Βάζω κατά μέρος τα προσωπικά προνόμια που μπορεί να έχει κανείς συμμετέχοντας σε μια τέτοια έρευνα και υπηρετώντας έναν τέτοιο σκοπό. Ειδικότερα σε ότι αφορά την ακαδημαϊκή του εξέλιξη. με τις ανάλογες αποδοχές και τα προνόμια. Προτείνω να δεχτούμε για μια στιγμή ότι όλοι όσοι συμμετέχουν σ αυτή την έρευνα το κάνουν ευσυνείδητα, δηλαδή με τη σκέψη και την πεποίθηση ότι έτσι υπηρετούν το συλλογικό καλό, καθώς και το ατομικό καλό όλων των ανθρώπων. Και ότι ειλικρινά νοιάζονται οι χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού να βρουν το δρόμο τους προς την ανάπτυξη, την καθολική ευημερία, τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Με δεδομένο, όπως πιστεύουν, ότι η αναφορά στο παρελθόν αυτών των χωρών δεν προσφέρεται για την ανάπτυξη ενός μοντέλου κοινωνίας και οικονομίας που θα τις βάλει σε μια πορεία προόδου, προσφεύγουν στις εμπειρίες του σύγχρονου καπιταλισμού για τον οποίο υποστηρίζουν ότι έχει περιθώρια κοινωνικής προόδου! Τουλάχιστον ένα μέρος από αυτούς; το πιστεύει αυτό ή υποστηρίζει ότι το πιστεύει. Αναζητούν λοιπόν πρότυπα σε χώρες της Δύσης, έξω από το χώρο της κεντροανατολικής Ευρώπης. Ένα μέρος από αυτούς επιλέγει ως πρότυπο τις ΗΠΑ – συνοδεύοντας αυτή την επιλογή με κάποια στοιχεία κριτικής. Ένα άλλο μέρος επιλέγει ως πρότυπο τη Σουηδία. Όλοι αναζητούν τρόπους για την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου νεοφιλελεύθερου μοντέλου καπιταλισμού, με δεδομένη την ιδιοτυπία ότι αυτές οι χώρες βρίσκονται στη φάση της μετασοσιαλιστικής μετάβασης. Δεν είναι ακόμα πλήρως κατασταλαγμένες καπιταλιστικές χώρες. Μιλούμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι κοινωνίες αυτές έχουν πάψει να είναι σοσιαλιστικές. Κυρίαρχα είναι στα συστήματά τους τα χαρακτηριστικά .του καπιταλισμού. Ωστόσο δεν είναι καθόλα καπιταλιστικές. Είναι κοινωνίες μετασοσιαλιστικές ή κοινωνίες που βρίσκονται σε μια πορεία μετασοσιαλιστικής μετάβασης.
Διαβάζοντας τις 22 μελέτες του δίτομου, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι οι περισσότερες διακατέχονται από τη σκέψη πως οι κοινωνίες αυτές προσφέρονται για την ανάπτυξη ενός μοντέλου ιδανικού κράτους και ιδανικής λειτουργίας της δημοκρατίας (πολλοί, όπως είπα, αυτό το μοντέλο δημοκρατίας το ορίζουν ως «καπιταλιστική δημοκρατία»), ως χώρος ανάπτυξης μιας ιδανικής σχέσης κράτους; - πολίτη και πολίτη – κράτους. Υπάρχουν όμως και συγγραφείς που αμφισβητούν τη δυνατότητα μιας τέτοιας εξέλιξης, με κύριο επιχείρημα, ότι εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται το κράτος το οποίο βέβαια δεν χαρακτηρίζεται ως ιδανικό, ούτε η σχέση του προς τον πολίτη είναι ιδανική, δηλαδή ως σχέση η οποία εμπνέεται από τις αρχές και αξίες της τιμιότητας και της εμπιστοσύνης στον πολίτη.. Ωστόσο, όλοι αποδέχονται αυτόν τον κεντρικό στόχο της έρευνας που διεξάγει το Collegium Budapest και στο πνεύμα αυτό μελετούν την κατάσταση σ αυτές τις χώρες και τις προοπτικές τους, προβαίνοντας μερικοί από αυτούς και στη διατύπωση προτάσεων για την επίτευξη αυτού του κεντρικού στόχου.
Μην έχοντας από που να πιαστούν ή πιστεύοντας ότι δεν έχουν να πιαστούν από κάτι που τους παρέχει το παρελθόν αυτών των χωρών επιλέγουν να λειτουργήσουν με φανταστικά ή με πραγματικά εξιδανικευμένα μοντέλα κοινωνίας και δημοκρατίας. Ωραιοποιούν ακόμα και την δύσκολη μακροχρόνια διαδρομή ανθρώπων που μέσα από αντίξοες συνθήκες μπόρεσαν να ξεπεράσουν την μιζέρια και να φτάσουν να διαθέτουν τώρα τις προϋπόθεσεις για μια οικονομικά αξιοπρεπή ζωή, χάρη στη ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς, π.χ. στις ΗΠΑ. Και το εμφανίζουν αυτό ως ένα θετικό μήνυμα για τους ανθρώπους αυτών των χωρών που υποφέρουν. Μιλούν για μια τέτοια προοπτική με βεβαιότητα, ζητώντας τη συναίνεσή τους και την ενεργό συμμετοχή τους στην ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς.
Γνώρισμα όλων των συγγραφέων αυτού του τόμου είναι ότι επιμελώς αποφεύγουν να μιλήσουν για το κυρίαρχο φαινόμενο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο στον καπιταλισμό, καθώς και για την ανταγωνιστική σχέση Κεφαλαίου και Εργασίας. Αντίθετα μιλούν με θετικούς όρους για την ομαλή συνεργασία Κεφαλαίου και Εργασίας ως αναγκαίο όρο για την ευημερία των εργαζομένων –αν όχι άμεσα, πάντως οπωσδήποτε προοπτικά. Επίσης αποφεύγουν να μιλήσουν με όρους κριτικής για τη εξαρτημένη μισθωτή εργασία, ενώ πουθενά δεν χρησιμοποιείται ο όρος προλεταριάτο. Φροντίζουν επιμελώς να εισάγουν στη συνείδηση των ανθρώπων την ύπαρξη πλουσίων και φτωχών, ως κάτι το φυσιολογικό και αυτονόητο για την κοινωνία των ανθρώπων. Δεν κάνουν λόγο για την εμπορευματοποίηση των πάντων και την οργανική σχέση αυτού του φαινομένου με το κεφάλαιο, με το κεφαλαιοκρατικό κέρδος. Και «βέβαια» από κανέναν δεν γίνεται λόγος για το καθολικό φαινόμενο της αλλοτρίωσης, πιστεύοντας προφανώς ότι αυτό δεν συνδέεται με την ευημερία των ανθρώπων για την οποία όλοι τους από πεποίθηση πιστεύουν. Αυτή την εντύπωση θέλουν να αφήσουν με τα γραπτά τους στον αναγνώστη. Ας δούμε μερικές από τις πλέον χαρακτηριστικές διατυπώσεις.
Αξίζει να ειπωθεί ότι κανένας από τους ερευνητές δεν ξεπερνά με την εργασία του το θεωρητικό πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος του Collegium Budapest . Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσουν τις διαφορετικές τους εκτιμήσεις για την κατάσταση στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, καθώς και τις προτάσσεις τους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εμποδίζουν την ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς και της δημοκρατίας.
Το θεωρητικό πλαίσιο του προγράμματος λαμβάνει υπόψη το διάλογο που ακολούθησε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης για τον τρόπο πραγματοποίησης της μετάβασης στη δημοκρατία δυτικού τύπου και για την ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς, με ειδική αναφορά στις δυο κυριότερες μεθόδους , την μέθοδο της θεραπείας –σοκ και την μέθοδο του grandualismus. Πολλοί οικονομολόγοι υποστήριζαν ότι χρειάζεται να προχωρήσουν στη μαζική ιδιωτικοποίηση η οποία θα πλήξει δια παντός την κεντρική διεύθυνση και το παλιό σύστημα έλεγχου. Άλλοι πάλι υποστήριζαν ότι πριν προχωρήσουν στις ιδιωτικοποιήσεις θα χρειαστεί να υπάρξει μια νομοθετική μεταρρύθμιση με σκοπό τη δημιουργία των θεσμών για τη μετάβαση στη δυτικού τύπου δημοκρατία και στην οικονομία της αγοράς.(8) Οι εκφραστές αυτής της άποψης υποστήριξαν ότι «η οικονομία της αγοράς μπορεί να είναι λειτουργική μόνον εφόσον έχει δημιουργηθεί το αναγκαίο πλαίσιο του κράτους δικαίου. το οποίο εγγυάται την ασφάλεια της ιδιοκτησίας και την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς». (9) Η εξασφάλιση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των παικτών της αγοράς αποτελεί οργανικό στοιχείο μιας τέτοιας μεταρρύθμισης, καθώς και η εξασφάλιση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης κράτους – πολίτη και πολίτη- κράτους, επιχείρησης και εργαζόμενου, εργαζόμενου και επιχείρησης, υιοθετώντας την παρατήρηση του Πούτμαν ότι «... η σωστή λειτουργία των θεσμών όσο καλά κι αν είναι οργανωμένοι προϋποθέτει την ύπαρξη μιας πρωταρχικής κοινωνικής εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντί τους. Η αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα κοινωνικής εμπιστοσύνης». (10) Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η αξία αυτής της γενικά ορθής παρατήρησης κρίνεται από το βαθμό που εξυπηρετεί τη μετάβαση στον καπιταλισμό και την εδραίωσή του πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και συνειδησιακά στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτό ποτέ δεν πρέπει να το ξεχνά η αριστερά που παρεμβαίνει σε θέματα θεσμικής μεταρρύθμισης
Και για το λόγο αυτό ο Brucke Ackerman εμφανίζει ως αρνητικό συντελεστή τη « μαρξιστική άποψη για την ηθική αποτυχία του φιλελεύθερου ατομικισμού» η οποία (άποψη) «πρέπει να καταπολεμηθεί» (11) Όμως, αυτό προϋποθέτει την εξάλειψη των αιτίων που στηρίζουν αυτή την άποψη. Ο συγγραφέας τεκμηριωμένα αναφέρεται στην αντίθεση ιδεών και πραγματικότητας στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμό χωρίς βέβαια να προχωρεί στην ανάλυση των βαθύτερων αιτίων του φαινομένου που έχουν να κάνουν με τον καπιταλισμό, την ανάπτυξη του οποίου προωθεί με το έργο του το Collegium Budapest.
. Πάντως και από αυτή την εργασία δημιουργείται η εντύπωση ότι τα φαινόμενα του ατομικισμού μπορούν να αντιμετωπιστούν με την προώθηση της συλλογικότητας στη βάση της συνεργασίας κράτους και πολίτη, επιχείρησης και εργαζόμενου. Και ο Έκερμαν πιστεύει (ή κι αυτός υποκρίνεται ότι πιστεύει;) πως, μπορεί στη βάση του σύγχρονου καπιταλισμού, να υπάρξει υπερταξικό κράτος, υπερταξικοί θεσμοί, υπερταξική δημοκρατία, οικονομικό σύστημα που να λειτουργεί με όρους συλλογικού συμφέροντος Είναι, λοιπόν, απαραίτητη η καταπολέμηση του μαρξισμού, που υποστηρίζει ότι «η καπιταλιστική δημοκρατία είναι ένας ψυχρός ανηλεής χώρος, όπου οι ατομικοί ιδιοκτήτες εφαρμόζουν στην πολιτική χωρίς οίκτο τα συμφέροντά τους, χωρίς να νοιάζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανθρωπιά» (12)
Ωστόσο το ερευνητικό πρόγραμμα του Collegium Budapest επιτρέπει την έκφραση διαφορετικής άποψης Έτσι ένας άλλος ερευνητής, ο Mueller John, υποστηρίζει ότι δεν βρίσκει τίποτα το μεμπτό σ αυτή την άποψη. Μόνον ένας τρελός, λέει, μπορεί να σκέφτεται διαφορετικά. Η δημοκρατική πολιτική γεννά κυνισμό και είναι βλακεία να υποθέσει κανείς, ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι θα θυσίαζαν τα συμφέροντά τους για το κοινό καλό. Το μόνο πλεονέκτημα της δημοκρατίας είναι ότι επιτρέπει σε κάθε συμφέρον να συμμετάσχει στη μεγάλη μάχη (συμφερόντων – Θ.Β.). (13)
Την ίδια άποψη υποστηρίζει και ο John Hardin λέγοντας ότι ο κυνισμός χαρακτηρίζει την καθημερινότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Παραδέχεται ότι μπορεί να υπάρχουν «παίχτες» με ανώτερα πολιτικά ιδεώδη, όμως δεν θεωρεί σοβαρή αυτή τη δυνατότητα. Αμφισβητεί την εξύμνηση της αστικής δημοκρατίας. Παραδέχεται ότι στην αστική δημοκρατία όλα τα συμφέροντα μπορούν να διεκδικήσουν «ένα κομμάτι από την πίτα», αλλά και ότι για τους φτωχούς μένουν μόνον τα ψίχουλα από το τραπέζι. Δεν θεωρεί αβάσιμη τη μαρξιστική κριτική για την ταξικότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ωστόσο, απορρίπτει, μαζί με τον Mueller, ως ανεδαφική την άποψη των μαρξιστών για την ανατροπή της, για την ανατροπή του καπιταλισμού με το επαναστατικό σύνθημα: Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε.. Θα χάσετε μόνον τις αλυσίδες σας. «Πεποίθησή του Mueller, είναι – γράφει ο Έκερμαν- ότι η σύγχρονη δημοκρατία είναι αξιοπρόσεχτα ισχυρή, παρά τον κυνισμό που αναπαράγεται μέσα από την καθημερινή ρουτίνα. Κι οι δύο φέρουν ως παράδειγμα την Αμερική για να στηρίξουν την άποψή τους αυτή» Λένε ευθαρσώς ότι « η χώρα αυτή αποτελεί κλασική περίπτωση εγωιστικής corporativ (συντεχνιακής) δημοκρατίας,». (13) Κι όμως παρόλα αυτά ως τώρα παραμένει σταθερή».(14), ακόμα κι αν δεχτούμε ότι στην καθημερινή λειτουργία της αναπαράγει τον κυνισμό.
Γνώρισμα του δίτομου λοιπόν που εδώ εκτιμούμε και σχολιάζουμε, μαζί και το έργο του Collegium Budapest, είναι ότι δίνει χώρο και σε ερευνητές οι οποίοι δεν ωραιοποιούν την καπιταλιστική πραγματικότητα, υιοθετώντας ακόμα και μέρος των μαρξιστικών αναλύσεων και επισημάνσεων, αρκεί να αμφισβητούν την δυνατότητα ανατροπής του καπιταλισμού και να αποδέχονται την άποψη για τη βελτίωσή του.
Σχολιάζοντας με έναν σκωπτικό τρόπο τις μελέτες – άρθρα αυτού του δίτομου θα μπορούσαμε να πούμε ότι η φιλοσοφία τους μπορεί να χαρακτηριστεί με τη φράση: Καπιταλισμός (αστική δημοκρατία) με κυνισμό ή χωρίς κυνισμό καπιταλισμός (αστική δημοκρατία) να είναι.. ‘H: καπιταλισμός με διαφθορά ή χωρίς διαφθορά καπιταλισμός να είναι. Και θα πρέπει να πω ότι στο δίτομο παρέχεται μεγάλος χώρος για τις μελέτες που ασχολούνται με το φαινόμενο της διαφθοράς, το οποίο όπως διαπιστώνουν όλοι, χαρακτηρίζει τη ζωή στις λεγόμενες μετασοσιαλιστικές κοινωνίες. Πιστεύουν, όμως, (ή απλώς υποστηρίζουν) ότι με την ανάπτυξη της αστικής δημοκρατίας το φαινόμενο αυτό μπορεί να περιοριστεί δραστικά, προβάλλοντας ως πρότυπα χωρών τις ΗΠΑ ή τη Σουηδία - ανάλογα με το συγγραφέα(15).
Βέβαια, σε ότι αφορά την οικονομία της αγοράς υπερισχύει η αναφορά στις ΗΠΑ. Γι αυτό υποβάλλεται από τον Έκερμαν στην κριτική η άποψη των Hardin και Mueller με το εξής σκεπτικό: «Κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι οι καθηγητές Hardin και Mueller έχουν δίκιο όσον αφορά την ανάλυση της αμερικανικής πολιτικής ζωής και πάλι υποπίπτουν στο λάθος της ασυνέπειας (προφανώς όσον αφορά το σκοπό του προγράμματος του Collegium Budapest – Θ.Β.) όταν με το αμερικανικό παράδειγμα περιγράφουν τον κίνδυνο του κυνισμού στο μετακομμουνιστικό κόσμο», για να προσθέσει αμέσως: «Οι αμερικανοί εργαζόμενοι για πολλές γενιές διαπιστώνουν τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης οικονομίας. Κι αν ακόμα τους έμμειναν μόνον τα ψίχουλα από το τραπέζι των κεφαλαιοκρατών, τα ψίχουλα αυτά αποτέλεσαν έναν ωραίο σωρό στην πορεία των αιώνων, γι αυτό όλος ο κόσμος ζηλεύει το εισόδημα της μέσης αμερικανικής οικογένειας. Έτσι, κι αν ακόμα οι αμερικανοί συμπεριφέρονται με κυνισμό απέναντι στο δημοκρατικό και καπιταλιστικό τους σύστημα, μπορεί να τους καταλάβει κανείς που δεν θέλουν να σφάξουν την κότα η οποία γεννά χρυσά αυγά......»! (16).
Ωστόσο δεσπόζουσα ιδέα του δίτομου είναι ότι για να μπορέσουν οι «μετασοσιαλιστικές κοινωνίες» να ξεπεράσουν τους δύσκολους καιρούς που περνούν θα χρειαστεί να εγκαταλείψουν τον κυνισμό τους απέναντι στην οικονομία της αγοράς, απέναντι στους θεσμούς της δημοκρατίας.. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Απαιτείται η συνειδητή ενεργός στήριξή της από το λαό:: «Η ουσία όσων υποστηρίζω μπορεί να συνοψιστεί στη φράση. Η δημοκρατία έχει ανάγκη από στρατευμένους πολίτες για να ξεπεράσεις την κρίση της» (όπ.π.) .
Μιλά βέβαια εδώ ο ¨Εκερμαν, όπως και όλοι οι συγγραφείς του δίτομου, για την αστική δημοκρατία , την «καπιταλιστική δημοκρατία» (αυτός ο όρος χρησιμοποιείται, όπως έχω πει, από πολλούς- Θ.Β.), καθώς και για στρατευμένους πολίτες αυτής της δημοκρατίας, αλλά και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που τη μόνη υπόσχεση την οποία μπορεί να δώσει στους εργαζόμενους είναι τα ψίχουλα από το τραπέζι των κεφαλαιοκρατών!
Είναι απορίας άξιο, τουλάχιστον από ηθική – ανθρωπολογική άποψη, ότι στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού έχουν ταχθεί εκατοντάδες ερευνητές, ακαδημαϊκοί επιστήμονες, ανάμεσά τους και πρώην μαρξιστές ή «έστω» άνθρωποι που επί πολλά χρόνια έχουν διδάξει μαρξισμό στις σοσιαλιστικές χώρες. Μελετούν αυτές τις κοινωνίες για να βρουν τρόπους εφαρμογής του τριπλού στόχου του προγράμματος του Collegium Budapest, με δεσπόζον διευθύνον πρόσωπο τον ακαδημαϊκό Γιάνος Κόρναη.: α) την ανάπτυξη επιχειρημάτων που σκοπό έχουν να πείσουν τους πολίτες, τους εργαζόμενους αυτών των χωρών ότι η οικονομία της αγοράς και η αστική δημοκρατία είναι η μοναδική τους επιλογή, β) ότι είναι δυνατή η ανάπτυξη ενός ανθρωποκεντρικού συστήματος της οικονομίας της αγοράς, ενός ανθρωποκεντρικού καπιταλισμού και μιας συμμετοχικής καπιταλιστικής δημοκρατίας στις «μετασοσιαλιστικές» τους κοινωνίες, με όχημα την ανάπτυξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης κράτους – πολίτη και πολίτη - κράτους και γ) ότι για το σκοπό αυτό καλούνται οι πολίτες, οι εργαζόμενοι. να στρατευτούν συνειδητά Αυτό είναι το νόημα της κεντρικής έννοιας του «κοινωνικού κεφαλαίου» η οποία διαπερνά όλα τα άρθρα των συγγραφέων του δίτομου, χωρίς ωστόσο να ξεχνούν τη θέση του Πούτμαν ότι οι υφιστάμενες συνθήκες ζωής επηρεάζουν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στους θεσμούς, τη δυναμική και το περιεχόμενο του κοινωνικού κεφαλαίου.
Πάντως, σχεδόν από όλους θεωρείται βέβαιο ότι για πολύν καιρό ακόμα η φιλελεύθερη (αστική) δημοκρατία δεν μπορεί να βρει πολλούς στρατευμένους υποστηρικτές. Ωστόσο, υπάρχουν κείμενα τα οποία υποστηρίζουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει κάνει μεγάλα βήματα σ αυτές τις χώρες. Οι αμφιβολίες εστιάζονται περισσότερο στο θέμα της οικονομικής ανάπτυξης αυτών των χωρών και των οικονομικών προβλημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, καθώς και στη στάση των θεσμών, των δημόσιων υπηρεσιών απέναντι στους πολίτες.. ¨Ετσι οι «απαισιόδοξοι» αυτού του ερευνητικού προγράμματος εκφράζουν την αμφιβολία αν το νέο καθεστώς αξίζει τη στράτευσή τους.
Η σημαντικότερη πρόκληση στην οποία αναφέρονται πολλοί συγγραφείς αυτού του δίτομου είναι πώς θα μπορέσει το σύστημα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, δημιουργώντας μια κλίμακα αξιών με βάση την οποία οι πολίτες συντάσσονται με το σύστημα, επειδή αυτό το αξίζει. «Οπωσδήποτε, γράφει ο Έκερμαν, πρέπει να δημιουργήσουμε τους θεσμούς που μπορούν να πείσουν το μέσο πολίτη να παρέμβει ενεργά στη λειτουργία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Σχετικά με αυτό το θέμα οι δυο τόμοι περιέχουν αξιοπρόσεκτες, καινοτομικές προτάσεις. Η διανοητική ενέργεια των συγγραφέων στα επόμενα χρόνια θα επηρεάσει μάλλον προτρεπτικά την προσπάθεια για εποικοδομητική πολιτική δράση. Ο χρόνος θα δείξει. Η πρόοδος επιζητά την στράτευση εκατομμυρίων ανδρών και γυναικών – ιδιαίτερα στο χώρο εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.(οι χώρες της κεντρικής- ανατολικής Ευρώπης δεν είχαν μπει ακόμα στην Ενωμένη Ευρώπη – Θ.Β.) Χωρίς στρατευμένους πολίτες καμιά κοινωνία δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το φιλελεύθερο δημοκρατικό μετασχηματισμό». (17)
Διαβάζοντας αυτές τις φράσεις δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ουσία ότι η παρότρυνση προς τους επιστήμονες που συντάσσονται με το ερευνητικό πρόγραμμα του Collegium Budapest το οποίο περνά σε μια νέα φάση, αποσκοπεί στην ανάπτυξη και την αποτελεσματικότερη λειτουργία του οικονομικού συστήματος της ελεύθερης αγοράς και της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Και είναι αυτό το μέτρο και το νόημα της έννοιας της προόδου για την οποία εδώ γίνεται λόγος.
Πάντως, πρόκειται για ένα ερευνητικό πρόγραμμα με πολλές πλευρές που απεικονίζεται και στη θεματική των περιεχομένων του δίτομου, που μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια γενική εικόνα για τα πεδία παρέμβασης των ερευνητών που συντάσσονται με αυτό.
ΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του δίτομου:
ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ. Μέρος πρώτο: Κοινωνικό κεφάλαιο και δημοκρατική μετάβαση
1. Κοινωνική εμπιστοσύνη και κυβερνητική τιμιότητα στο μηχανισμό αιτίου – αιτιατού
2. Τιμιότητα, εμπιστοσύνη και κανόνες δικαίου στο δημοκρατικό μετασχηματισμό
Μέρος δεύτερο : Η εμπιστοσύνη και ο επιχειρηματικός κόσμος
3. Η μέτρηση της εμπιστοσύνης σχετικά με την αλλαγή συστήματος: τα αποτελέσματα 26 μεταβατικών οικονομιών
4. Ο άτυπος χρηματιστηριακός τομέας στη Ρωσία
5. Πως διαμορφώνεται η εμπιστοσύνη στις οικονομικές σχέσεις, με τους θεσμούς και τα άτομα να είναι αμοιβαία καχύποπτα
6. Η δημιουργία της εμπιστοσύνης ανάμεσα στους επιχειρηματικούς παρτενέρ : η περίπτωση της Ρωσίας
7.Ο επιλεκτικός (selective) ρόλος της κρατικής αρχής στη ρωσική οικονομία : συζητήσεις για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και καταλήψεις επιχειρήσεων
8. Η μετοίκιση της μαφίας
9. Ό,τι είναι πέρα από τι δικαιακό εξαναγκασμό : η διεύθυνση των χρηματιστηριακών αγορών στην Κίνα και τη Ρωσία
Μέρος τρίο : Εμπιστοσύνη, συνεργασία και επιτυχία
10. Δημιουργία δικτύων εμπιστοσύνης σε αβέβαιους καιρούς : η περίπτωση των μεταβατικών οικονομιών στο φως των κοινωνικοψυχολογικών ερευνών
11. Η επιτυχία που τυφλώνει : κοινωνιοψυχολογικά εμπόδια στο δρόμο που οδηγεί στην οικονομία της αγοράς στην Ανατολική Ευρώπη
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ.. Μέρος πρώτο: Εμπιστοσύνη και θεσμική μεταρρύθμιση
1. Η συμμετοχή της κοινής γνώμης στη σταθεροποίηση της δημοκρατίας στην Ουγγαρία και την Πολωνία
2. Ουδέτεροι θεσμοί: οι εμπειρίες σχετικά με την κυβερνητική εμπιστοσύνη στην Ανατολική Ευρώπη
3. Διαφάνεια (atvilagitas : μέθοδος αποκομμουνιστικοποίησης- Θ.Β.) και κυβερνητική φερεγγυότητα. Μελέτη της εμπειρίας από τις χώρες της ανατολικο – κεντρικής Ευρώπης
Μέρος δεύτερο: Η διαφθορά και η αιχμαλωσία του κράτους
4. Ενοιoλογικά και πρακτικά ζητήματα της πολιτικής διαφθοράς
5.Ανισόβαρος επηρεασμός
6. Οι επιδράσεις του κατόχου κρατικής θέσης: Τεκμήρια από περιοχές της Ρωσίας
7. Ρυθμίσεις και διαφθορά στην περίοδο μετάβασης στη φαρμακαγορά της Ρωσίας
8. Η έλλειψη κινήτρων: διαφθοράς, αντιδράσεις στη διαφθορά
Μέρος τρίτο. Μετάβαση και δημοκρατία
9. Μετάβαση στην επιχειρησιακή δημοκρατία
10. Στάσεις (attitudes) σχετικά με τη δημοκρατία και τον καπιταλισμό
11. Και τώρα, ας ακούσουμε τα κακά νέα
Σημειώσεις
1. Kornai Janos, Bo Rothstein,Susan Rose – Ackerman (Επιμελητές του βιβλίου): Tisztesseg es bizalom a posztszocialista atmenet fenyeben, A tarsadalmi bizalom megteremtese a posztszocialista atmenet idoszkaban Nemzeti Tankonyvkiado Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων).Budapest,2005.
2. Περισσότερα για το έργο του Κόρναη μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην «Εισαγωγή στο έργο του Kornai” του Στέργιου Μπαμπανάση στο βιβλίο του Κόρναη Όραμα και πραγματικότητα, Κράτος και αγορά. Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 1993.
3. Εκδόσεις Ύψιλον/ Βιβλία, 2005
4. Όπ.π σελ. 62
5. Βλέπε το βιβλίο μου Η Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο, καθώς και το άρθρο μου με τον τίτλο Είναι ο σοσιαλισμός ιστορική αναγκαιότητα; (περιοδικό Διάπλους ,τεύχος 16- Οκτώβριος – Νοέμβριος 2006), καθώς και τη μελέτη – ομιλία μου με τον τίτλο Σκέψεις για την αυτονομία του σοσιαλιστικού συστήματος στο σεμινάριο της Εταιρίας Νίκος Πουλαντζάς Ο σοσιαλισμσός στον 21- ο αιώνα (Μάιος – Ιούνιος 2007
6.Kornai Janos, A gondolat erejevel. Rendhagyo oneletraiz ( Με τη δύναμη της σκέψης. Παράταιρη αυτοβιογραφία). Εκδόσεις Osiris kiado Budapest, 2005, σελ. 389. Αναλυτική κριτική παρουσίαση αυτών των χαρακτηριστικών υπάρχει στο βιβλίο του Kornai Jάnos, Α szocialista rendszer (Το σοσιαλιστικό σύστημα),έκδοση HVG kiadόi Rt, Budapest, 1993. Πρωτοεκδόθηκε στα αγγλικά, Jάnοs Kornai,The Socialist System.The Political Economy of Communism. Oxford University Press, 1992. Printeson University Press,1992.
7. Όπ. π.
8. Αναλυτικά για το θέμα αυτό βλέπε Kornai Janos What the Change of system from Socialism to Capitalism.Does and Does Not Mean. Jurnal of Economic Perspectives, 14 : 27- 42
9. Kornai Janos,Bo Rothstein,Susan Rose- Ackerman, Tisztesseg es bizalom a posztsocialista atmenet fenyeben (Τιμιότητα και εμπιστοσύνη στο φως της μετασοσιαλιστικής μετάβασης) Nemzετi Tankonyvkiado, 2005, σελ.21- 24.
10. Όπ. π. σελ. 24.Putman Robert,1993.Making Democrasy Work Civic Traditions in modern Italy.Princeton NI.Princeton University Press
11. όπ π. . 2-ος τόμος σελ. 238. Το κείμενο του Άκερμαν γράφτηκε το 2005
12. Όπ.π. σελ. 239
13. Όπ. π.
14..Όπ.π
15. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπάρχουν αυτές οι δυο εναλλακτικές λύσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Ο Ολλανδός καθηγητής Michael R. Kratke στο άρθρο του Καπιταλισμός και διαφθορά. Για την πολιτική οικονομία της απάτης, γράφει: «στο σύγχρονο καπιταλισμό ανήκει η καθημερινή διαφθορά, η συστηματική εξαπάτηση, όπως και η διεθνώς οργανωμένη παρανομία και ο “crony capitalism”, ο “καπιταλισμός των βρώμικων χεριών” . Οι φίλοι της “καθαρής θεωρίας” πιθανόν να δυσανασχετούν, όμως η κριτική της πολιτικής οικονομίας δεν μπορεί να μην ασκήσει κριτική στη απάτη και στη “μαύρη οικονομία”.». Διάπλους, τεύχος 20, Ιούνιος – Ιούλιος 2007, σελ 24.
16. Όπ. π. σελ 240 - 241
17. Όπ. π. σελ. 246
Κατηγορία άρθρο